- Ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ ὁ μαρτυρικὸς θάνατος τοῦ ἱερομονάχου ΑΝΔΡΕΑ ἀπὸ τὰ Κόμανα τῆς Γεωργίας

Τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων εἶνε ὁ σπόρος τῆς Ἐκκλησίας (ΙΑ΄)
 
Φύλακος τοῦ τάφου τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
 
2. Ἡ ζωή του στὰ Κόμανα
 
Ὁ πατὴρ Ἀνδρέας ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐργάζεται κοντὰ στὸν πνευματικό του πατέρα ἐπίσκοπο Δανιήλ. Ὁ τελευταῖος γνώριζε πολὺ καλὰ αὐτή του τὴν ἐπιθυμία καὶ περίμενε νὰ βρεθῇ ἡ κατάλληλη εὐκαιρία ὥστε νὰ τὴν πραγματοποιήσῃ. Πολὺ σύντομα ὁ ἐπίσκοπος κάλεσε τὸν π. Ἀνδρέα νὰ ὑπηρετήσῃ στὸ Abkhazeti ὡς προϊστάμενος τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
Γι᾿ αὐτὴ τὴ θέσι εἶχε καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Πατριάρχου Ἠλία τοῦ Β΄.


Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὑπῆρχαν πολλὲς ἀναταραχὲς στὸ Sukhumi καὶ οἱ κάτοικοί του ζοῦσαν μέσα σὲ μιὰ ἐμπόλεμη κατάστασι. Οἱ δύο ἀντίπαλες ὁμάδες, οἱ αὐτονομιστὲς τῆς περιοχῆς καὶ οἱ Zviadists, δημιουργοῦσαν πολλὰ προβλήματα, ἀπὸ τὴ μία ἀνατινάζοντας γέφυρες, προκαλώντας ζημιὲς στὸ σιδηρόδρομο, κάνοντας σαμποτάζ, χαλώντας ὁδικὰ δίκτυα, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τρομοκρατώντας τοὺς πολῖτες καὶ παίρνοντάς τους ἀκόμη καὶ ὁμήρους.

Παρ᾽ ὅλες αὐτὲς τὶς ἀντιξοότητες ὁ π. Ἀνδρέας στὰ μέσα Φεβρουαρίου τοῦ 1993 ξεκίνησε μὲ τὸ δόκιμο Γαβριὴλ ἀπὸ τὸ Sukhumi μὲ προορισμὸ τὰ Κόμανα.
Ξεκίνησαν ἀρχικὰ μὲ τὰ πόδια καὶ στὴ συνέχεια ἐπιβιβάστηκαν στὸ λεωφορεῖο καὶ μὲ πολλὴ δυσκολία κατάφεραν νὰ φτάσουν στὸν προορισμό τους ἀποφεύγοντας πολλὰ στρατιωτικὰ μπλόκα ποὺ βρίσκονταν κατὰ μῆκος τῆς ὄχθης τοῦ ποταμοῦ Gumitsa.

Ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς πόλεως πάνω σ᾿ ἕνα λόφο. Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ὑποδέχτηκαν τὸν π. Ἀνδρέα μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ χαρά, μιᾶς καὶ δὲν εἶχαν ἱερέα γιὰ ἀρκετὸ καιρὸ κ᾽ εἶχαν μείνει χωρὶς θεία λειτουργία. Στὰ Κόμανα ὑπῆρχαν μόνο στρατιῶτες οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀποκάμει ἀπὸ τὴν μάχη, ἀλλὰ τόσο τὰ κηρύγματα ὅσο καὶ ἡ παρουσία τοῦ π. Ἀνδρέα ἀποτέλεσαν βάλσαμο στὴν ψυχή τους. Πήγαιναν πολὺ συχνὰ νὰ ἐκκλησιαστοῦν, ἂν καὶ ἀρχικὰ δὲν ἔδειξαν καὶ τόσο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν πίστι.


Ὁ πατὴρ Ἀνδρέας μαζὶ μὲ τὸ δόκιμο μοναχὸ Γαβριὴλ πήγαιναν συχνὰ στὴν πρώτη γραμμὴ τῆς μάχης, στὴν ἐμπόλεμη κυριολεκτικὰ ζώνη, καὶ ἔκαναν συζητήσεις μὲ τοὺς στρατιῶτες πάνω σὲ θέματα πίστεως. Πολλὲς φορὲς ἔμεναν καὶ στὸ χωριὸ Akhalsheni, ὅπου καὶ οἱ ντόπιοι καὶ οἱ στρατιῶτες τοὺς ὑποδέχονταν μὲ μεγάλο ἐνθουσιασμό. Δυστυχῶς ἐκεῖνο τὸ χωριὸ δὲν εἶχε ἀνθρώπους μὲ ἀληθινὰ σταθερὴ πίστι, καὶ ἔτσι ὁ π. Ἀνδρέας ἔπρεπε νὰ τοὺς κηρύττῃ συχνὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ προκειμένου νὰ τούς ἐνδυναμώνῃ.

Βλέποντας ὁ διάβολος τὶς ἐπίπονες προσπάθειες τοῦ π. Ἀνδρέα ξεκίνησε φοβερὸ πόλεμο. Ἕνα βράδυ ὁ δόκιμος Γαβριὴλ ἔγινε αὐτόπτης μάρτυρας μιᾶς τέτοιας σφοδρῆς ἐπιθέσεως τῶν δαιμόνων, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν μὲ κάθε τρόπο νὰ πνίξουν τὸν π. Ἀνδρέα. Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ λαιμὸς τοῦ π. Ἀνδρέα ἦταν γεμᾶτος μελανιὲς καὶ μώλωπες. Συμβουλεύοντας τὸ δόκιμο Γαβριὴλ τοῦ εἶπε· Πρόσεξε, θὰ πρέπῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃς μόνος σου τὸν πόλεμο αὐτὸ ἐναντίον τῶν δαιμόνων. «Μὰ δὲν μπορῶ νὰ νικήσω, πάτερ, σ᾿ αὐτὴ τὴ μάχη, ἐκτὸς κι ἂν ὁ Θεὸς μὲ σώσῃ». Πράγματι τὸ ἴδιο ἐκεῖνο βράδυ ὁ δόκιμος Γαβριὴλ ἦρθε καὶ ὁ ἴδιος ἀντιμέτωπος μὲ τοὺς δαίμονες, τοὺς ὁποίους νίκησε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς προσευχὲς τοῦ π. Ἀνδρέα.

Γενικά, οἱ ἀτέρμονες συζητήσεις δὲν ἦταν κάτι ποὺ ἀνέπαυαν τὸν π. Ἀνδρέα. Ὁ λόγος του ἦταν σύντομος ἀλλὰ ἀκριβής. Ἤξερε νὰ συγκινῇ τὶς καρδιὲς τῶν ἀκροατῶν του μόνο μὲ λίγες λέξεις καὶ νὰ τοὺς φέρνῃ σὲ συναίσθησι μετανοίας ξυπνώντας μέσα τους τὴν ἐπιθυμία γιὰ οὐράνια θέματα.

Ἕνα ἄλλο χάρισμα ποὺ εἶχε δοθῆ στὸν πατέρα Ἀνδρέα ἦταν αὐτὸ τῶν δακρύων. Ἔλεγε ἀσταμάτητα μέσα του τὴν καρδιακὴ προσευχὴ ἐνθυμούμενος κάθε στιγμὴ τὸ θάνατο. Αὐτὴ ἡ διαρκὴς μνήμη θανάτου ἦταν πάντοτε στὸ νοῦ του καὶ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο κατάφερνε τὶς θλίψεις νὰ τὶς ἀντιμετωπίζῃ ὡς εὐλογίες.

Τὸν συνόδευε πάντα ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου· «Κράτα τὸ νοῦ σου στὸν ᾅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι». Ὅταν κάποιοι ρωτοῦσαν τὸν π. Ἀνδρέα πῶς εἶνε, ἐκεῖνος τοὺς ἀπαντοῦσε μὲ μιὰ ἐρώτησι· Δὲν ἔχεις τὸ φόβο τοῦ θανάτου; ἔχοντας ὑπ᾿ ὄψιν τὸν ἅγιο Μακάριο ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ εἶχε ἀνέβει μὲ ἀγγέλους στὸν παράδεισο, δὲν ἤξερε ἂν ὁ ἴδιος θὰ σωζόταν· καὶ τὸν ὅσιο Ποιμένα ὁ ὁποῖος διακήρυττε, ὅτι ὅλοι θὰ σῴζονταν ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἴδιο.

Ὁ πατὴρ Ἀνδρέας ἔτρεφε μεγάλη ἀγάπη καὶ εὐλάβεια πρὸς τοὺς ἁγίους Πατέρες ποὺ ἦταν ἡσυχασταὶ καὶ ἀσκοῦνταν στὴ νοερὰ προσευχή. Ἤξερε ἀπὸ προσωπικὴ πεῖρα τὶς δυσκολίες τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ ἔπρεπε νὰ ξεπεράσῃ κανεὶς γιὰ νὰ εἶνε δοσμένος ὁλοκληρωτικὰ στὴν εὐχή. Ἀγαποῦσε πολὺ τοὺς λόγους τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου, τὸ Πατερικὸ τῆς Αἰγύπτου καὶ τὰ γράμματα πρὸς τοὺς μοναχοὺς τοῦ ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. Πόσο στενοχωροῦνταν ὅταν ἄκουγε κάποιους νὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι στὶς μέρες τους δὲν ἦταν δυνατὸν κανεὶς νὰ μιμηθῇ τοὺς Πατέρες ἐκείνης τῆς περιόδου! —Γιατί; Γιατί εἶνε ἀδύνατον; ρωτοῦσε ἀμέσως. Δὲν εἶνε ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος χθὲς καὶ σήμερα καὶ πάντα; (Ἑβρ. 13,8).

Τέλος ἕνα ἀκόμη χάρισμα ποὺ εἶχε δοθῆ στὸν π. Ἀνδρέα ἀπὸ τὸ Θεὸ ἦταν ἐκεῖνο τοῦ νὰ βλέπῃ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ καταλαβαίνῃ σὲ τί ψυχικὴ κατάστασι ἦταν ὅσοι ἔρχονταν νὰ τὸν συναντήσουν. Ἀντιλαμβανόταν ἀμέσως τὸν λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο κάποιος ὑπέφερε ἀπὸ μιὰ συγκεκριμένη ψυχικὴ ἀσθένεια καὶ τοῦ ἔδινε τὴν πιὸ εὐεργετικὴ θεραπεία.

Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀκούσιες καὶ οἱ ἑκούσιες ἀσκήσεις δυνάμωναν τὴν πίστι τοῦ π. Ἀνδρέα καὶ τὸν προετοίμαζαν, ὅπως θὰ δοῦμε στὸ ἑπόμενο ἄρθρο, γιὰ τὸ μαρτυρικό του θάνατο.
 
[πηγή· περιοδικὸ «The Orthodox Word», τ. 218-219, σσ. 159-193 – μετάφρασι· ἱ. μονὴ Ἁγίου Αὐγουστίνου Φλωρίνης]