- «Τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου»

(Γαλ. 4,4)

Ὁ ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, ἔπεσε ἀπὸ τὰ ὕψη στὰ βάθη. Αὐτὸ μαρτυρεῖ ἡ παγκόσμιος ἱστορία. Ἀλλ᾿ ἀπὸ τὴν πτῶσι μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ ἄγγελοι ἔψαλαν τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2,14), μεσολάβησαν πολλοὶ αἰῶνες, πέντε καὶ πλέον χιλιετίες. Γι᾽ αὐτὸ ὡρισμένοι ἀποροῦν· Γιατί ἄργησε τόσο πολὺ νὰ ἔρθῃ ὁ Λυτρωτής; Γιατί ὁ Θεὸς ἄφησε τὴν ἀνθρωπότητα νὰ κυλιέται στὰ σκότη μιᾶς νύχτας 5.000 ἐτῶν καὶ δὲν ἔστειλε νωρίτερα τὸν Σωτῆρα;

Θὰ μπορούσαμε ν᾿ ἀπαντήσουμε ἀμέσως μ᾽ ἕνα λόγο τοῦ προφήτου Ἠσαΐα. Ὁ Κύριος ἔχει καταστρώσει σχέδια καὶ τὰ πραγματοποιεῖ στὸν καιρό τους. Ἐμεῖς μὲ τὸ μικρό μας μυαλὸ δὲν μποροῦμε νὰ ἐξιχνιάσουμε τὶς βουλές του. Ἡ σκέψι καὶ τοῦ πιὸ σοφοῦ δὲν μπορεῖ νὰ εἰσδύσῃ ὄχι στὰ ἄδυτα ἀλλ᾿ οὔτε στὰ πρόθυρα τῆς μυστικῆς ἐκείνης αἰθούσης ὅπου συνεδριάζει ἡ ἁγία Τριάς, ὁ Πατὴρ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, τὰ τρία πρόσωπα τῆς Θεότητος ποὺ κυβερνᾷ τὸν κόσμο. «Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου, καὶ τίς αὐτοῦ σύμβουλος ἐγένετο;» (Ἠσ. 40,13).

Μόνο μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἁγίας Γραφῆς ποὺ ἀποκαλύπτει τὶς βουλὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ μὲ τὴ σοφὴ ἑρμηνεία τῶν πατέρων καὶ διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μποροῦμε νὰ ὑψωθοῦμε λίγο καὶ ν᾽ ἀτενίσουμε ἀπὸ μακριὰ τὸ μέγα μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου.

Ἡ Γραφὴ λέει· «Ὅτε ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου…» (Γαλ. 4,4). Καὶ οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἐμβαθύνοντας στὸ ῥητὸ αὐτὸ κηρύττουν, ὅτι ἡ γέννησις τοῦ Χριστοῦ θὰ μποροῦσε νὰ γίνῃ νωρίτερα, ἀμέσως μετὰ τὴν πτῶσι τῶν πρωτοπλάστων, ἀλλὰ θὰ ἦταν ἄκαιρος.

Δηλαδή; Ἔπρεπε νὰ νὰ γίνῃ ἀνάφλεξις τῆς νοσταλγίας. Ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ διάλεξε τὸ κακό, ἔπρεπε νὰ δοκιμάσῃ τὶς φρικτὲς συνέπειες, γιὰ νὰ μισήσῃ τὴν κακία, νὰ ποθήσῃ τὴν ἀρετή, νὰ νοσταλγήσῃ τὸν παράδεισο. Ὁ ἄσωτος, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸν Πατέρα, δὲν ὑπῆρχε ἄλλος τρόπος νὰ ἐπανέλθῃ, παρὰ νὰ γευθῇ τοὺς καρποὺς τῆς ἀποστασίας του· τὴν ἀπάτη τοῦ κόσμου, τὸ ἐπίπλαστο τῆς φιλίας, τὴ συμβίωσι μὲ τοὺς χοίρους, τὴ χρεωκοπία. Ἔπρεπε νὰ διψάσῃ, νὰ πεινάσῃ, νὰ χάσῃ τὴν ἀξιοπρέπειά του, νὰ γίνῃ δοῦλος, ὑπηρέτης ζῴων· ν᾿ ἀναπνεύσῃ τὴ δυσοσμία τοῦ σταύλου, γιὰ νὰ θυμηθῇ τὴν εὐωδία τοῦ πατρικοῦ του, ν᾿ ἀναστενάξῃ καὶ νὰ πῇ τὸ «Ἥμαρτον…» (Λουκ. 15,18).

Ὁ γιατρὸς περιμένει νὰ ὡριμάσῃ τὸ ἀπόστημα, νὰ συγκεντρωθοῦν ἐκεῖ ὅλοι οἱ βλαβεροὶ χυμοί, καὶ κατόπιν μὲ τὸ νυστέρι σχίζει τὴ σάρκα, στραγγίζει καὶ καυτηριάζει τὸ τραῦμα ὣς τὴ ῥίζα. Καὶ ἡ θεία πρόνοια ἄφησε νὰ ὡριμάσῃ τὸ ἀπόστημα, νὰ ἐκδηλωθῇ ὅλη ἡ μωρία καὶ ἡ ἐγκληματικότης τοῦ ἀποστάτου, γιὰ νὰ δῇ, νὰ πεισθῇ μόνος του καὶ νὰ παραδεχθῇ ποιό ἦταν τὸ κακὸ καὶ ὀλέθριο στὴ ζωή του.

Καὶ πράγματι ἔτσι ἔγινε. Ὅποιος μελετᾷ τὴν προχριστιανικὴ ἱστορία καὶ μάλιστα τῶν τριῶν τελευταίων π.Χ. αἰώνων, ἀναστενάζει μαζὶ μὲ ἐκλεκτὰ πνεύματα τῆς ἀρχαιότητος γιὰ τὴν κατάντια τοῦ ἀρχαίου κόσμου.

Ἡ θρησκεία ἦταν σὲ κατάπτωσι. Ἀντὶ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ οἱ ἄνθρωποι λάτρευαν εἴδωλα μὲ φρικτὲς θυσίες. Στὶς ὄχθες ποταμῶν σὲ καιρὸ ἀνομβρίας γονεῖς ἔσφαζαν τὰ παιδιά τους. Ὁ Πομπήιος σὲ καιρὸ τρικυμίας ἔρριξε ἀνθρώπους στὰ κύματα, γιὰ νὰ ἐξευμενίσῃ τὸν Ποσειδῶνα του. Οἱ ναοὶ τῆς Ἀφροδίτης, τῆς Ἀρτέμιδος καὶ τῆς Ἀστάρτης ἀναστέναζαν ἀπὸ τὶς οἰμωγὲς παρθένων, ποὺ θυσίαζαν τὴν τιμή τους στὶς αἰσχρὲς θεότητες. Στὰ στάδια ὁ λαὸς στεφάνωνε καὶ θεοποιοῦσε βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορες, ποὺ οἱ βδελυρὲς πράξεις τους θὰ ἔκαναν καὶ σατύρους νὰ κοκκινίσουν. Ἡ κορυφὴ τοῦ Ὀλύμπου, ἡ ὑποτιθεμένη κατοικία τῶν θεῶν, ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ἦταν τόπος ὀργίων. Ἀπὸ ᾽κεῖ ἐδίδοντο τὰ συνθήματα τῆς κακίας· κάθε ἁμαρτωλὸς εἶχε προστάτη ἕνα ἀπ᾽ τοὺς θεούς· ὁ μοιχὸς τὸν Δία, ὁ κλέφτης τὸν Ἑρμῆ, ὁ φιλοπόλεμος τὸν Ἄρη…
Ἡ κακία θεοποιημένη.

Μαζὶ μὲ τὴ θρησκεία εἶχε καταπέσει καὶ ἡ ἠθική. Ἀθήνα καὶ Ῥώμη ἀνέδιδαν ὀσμὴ θανάτου. Ὁ ἐγωισμὸς κυριαρχοῦσε στὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων. Στὴ Ῥώμη οἱ μισοὶ κάτοικοι ἦταν δοῦλοι· στὴν Ἀθήνα ἀπὸ τὶς 500 χιλιάδες κατοίκων οἱ 400 εἶχαν μόνο καθήκοντα καὶ κανένα δικαίωμα. Ὁ Ὀρτένσιος πότιζε τὰ δέντρα του μὲ κρασί, ὁ Λούκουλλος ἔτρεφε τὰ ψάρια τεχνητῆς λίμνης μὲ σάρκες δούλων. Ὁ γάμος εἶχε διαλυθῆ. Πλήθη διεφθαρμένες γυναῖκες εἶχαν κατακλύσει τὶς πόλεις καὶ καμμιά διαμαρτυρία δὲν ἀκουγόταν. Κι αὐτὸς ὁ Σωκράτης, ὁ διδάσκαλος τῆς ἠθικῆς τοῦ ἀρχαίου κόσμου, ἐπισκέφθηκε τὴν περιβόητη Θεοδότη ὄχι γιὰ νὰ τὴν ἀποστρέψῃ ἀπὸ τὰ αἴσχη, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴ διδάξῃ πῶς θὰ ἄρεσε περισσότερο στοὺς νέους καὶ θὰ συνελάμβανε στὰ δίχτυα της περισσότερα θύματα. Στὸ μουσεῖο μὲ τὰ ἀπανθρακωμένα λείψανα τῶν τριῶν πόλεων Πομπηίας, Ἡρακλείου καὶ Σταβιῶν, ποὺ κάηκαν τῷ 79 μ.Χ. ἀπὸ τὴ λάβα τοῦ Βεζουβίου, βλέπει κανείς, ποιά ἦταν ἡ ἠθικὴ ζωὴ τῶν κατοίκων λίγες στιγμὲς πρὶν ἀνοίξῃ ὁ κρατήρας τοῦ τρομεροῦ ἡφαιστείου.

Ὦ Κύριε! Σταῦλος μὲ συσσωρευμένη κοπριὰ αἰώνων ἦταν ὁ κόσμος, ὅταν γεννήθηκες σ᾽ ἕνα σταῦλο, ὅπου τὰ ζῷα πρῶτα σὲ ἀναγνώρισαν ὡς Κύριο κατὰ τὴν προφητεία «Ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός με οὐ συνῆκεν» (Ἠσ. 1,3). «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13). Ἔτσι ὁ σταῦλος ἦταν τὸ σύμβολο, ποὺ ἔδειχνε τὴν κατάπτωσι τῆς ἀνθρωπότητος.

Ἀλλ᾿ ὤ τῶν θαυμασίων σου, ἁγία Τριάς! Ὁ Κύριος, ποὺ γεννήθηκε στὸ σταῦλο, πῆρε τὸν ἀποκτηνωθέντα ἄνθρωπο, ξύπνησε στὴ συνείδησί του τὴ μνήμη τῆς θείας του καταγωγῆς, χάραξε τοὺς κανόνες μιᾶς ἁπλῆς καὶ ἁγίας ζωῆς, τοῦ ἄνοιξε τὸ δρόμο πρὸς τὸν οὐρανό, προπορεύθηκε σηκώνοντας τὸν τίμιο σταυρό, ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο δυνάμεις ὑπερφυσικές, θεῖες, καὶ τοῦ εἶπε· «Ἀκολούθει μοι» (Ματθ. 9,9). Καὶ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἦταν ἕνα κτῆνος, ἔγινε ἔνσαρκος ἄγγελος ποὺ ψάλλει μὲ τοὺς ἀγγέλους τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ…» (Λουκ. 2,14).
Ἀπὸ τὸ σταῦλο στὸ ἀγγελικὸ ὕψος.

* * *
Ἀγαπητοί μου! Ἡ σημερινὴ ἀνθρωπότης ἔκλεισε τ᾽ αὐτιὰ καὶ τὰ μάτια, νὰ μὴν ἀκούῃ τὸν ὕμνο τῶν ἀγγέλων καὶ νὰ μὴ βλέπῃ τὸ φῶς τοῦ ἄστρου τῆς Βηθλεέμ. «Δύσατο δὲ ἡέλιος, σκιῶντο δὲ αἱ ἀγυιαί», λέει ὁ Ὅμηρος· ὅταν δύσῃ δηλαδὴ ὁ ἥλιος, ὅλ᾽ οἱ δρόμοι σκοτεινιάζουν. Κι ὅταν ὁ ἥλιος τῶν ψυχῶν, ὁ Χριστός, παύῃ νὰ φωτίζῃ, τότε ὅλοι οἱ δρόμοι τοῦ κόσμου σκοτεινιάζουν. Δὲν ἔσβησε βέβαια ὁ ἥλιος, ἡ κακία ὅμως δημιουργεῖ πυκνὴ νέφωσι καὶ ἡ ἀνθρωπότης δὲ μπορεῖ νὰ δῇ τὸ φῶς του.

Ἀλλὰ γιατί νὰ εἴμαστε ἀπαισιόδοξοι; Ἡ ἀπαισιοδοξία σβήστηκε ἀπ᾽ τὴ στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε ὁ Σωτήρας καὶ οἱ ποιμένες ἄκουσαν τὸ μήνυμα «Μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γὰρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, …ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαυΐδ» (Λουκ. 2,10-11).

Τὸ κακό, ποὺ ἀποκορυφώθηκε, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀντίδρασι τῶν δυνάμεων τοῦ φωτός. Αὐτές, στρατευόμενες ὑπὸ τὴν εἰρηνικὴ σημαία τοῦ Χριστοῦ, θὰ νικήσουν τὶς σκοτεινὲς δυνάμεις, θ᾿ ἀπαλλάξουν τὶς ψυχὲς ἀπὸ τοὺς φόβους, θὰ ἐπιταχύνουν τὸ νέο πλήρωμα τοῦ χρόνου, τὸν ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ σὲ κάθε ἀνθρώπινη καρδιά, γιὰ νὰ γίνῃ αὐτὴ μία μικρὴ Βηθλεέμ, ποὺ θὰ ψάλλῃ αἰωνίως καὶ ἐνδομύχως τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις»
.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(γραπτὴ ὁμιλία μεταδοθεῖσα ἀπὸ
τὸν ῾Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ Λαρίσσης τὸ 1949)
Comments