Βίος Θλίψεων

«Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε» (Ἰω. 16,33)

 

  
Στὶς 13 Νοεμβρίου ἑορτάζει ἕνας μεγάλος ἅγιος, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὅταν μιλοῦσε νόμιζε κανεὶς ὅτι ἀπ᾽ τὸ στόμα του βγαίνει χρυσάφι κι ὅταν ἔπαψε νὰ μιλάῃ ὁ κόσμος εἶπε ὅτι προτιμότερο νὰ ἔσβηνε ὁ ἥλιος παρὰ νὰ κλείσῃ τὸ στόμα του. Εἶνε ἐκεῖνος ποὺ ὅλες σχεδὸν τὶς Κυριακὲς ἀκούγεται ἡ Λειτουργία του.

Νὰ τὸν ἐπαινέσουμε, νὰ τὸν ἐγκωμιάσουμε; Τὸν ἐγκωμίασε ἡ Ἐκκλησία μὲ τὰ ᾄσματα τῆς ἀκολουθίας του. Γιὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο γράφτηκαν βιβλία ὁλόκληρα. Ἐδῶ ἂς προσέξουμε μόνο μία ὄψι τῆς πολυκυμάντου ζωῆς του· ὅτι ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἦταν ἄνθρωπος τῶν δακρύων, τῶν βασάνων καὶ τῆς θλίψεως. Ὁ Κύριος εἶπε· «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε…» (Ἰω. 16,33). Παιδιά μου, ὅσοι πιστεύετε σ᾿ ἐμένα καὶ θέλετε νὰ βαδίσετε στὰ ἴχνη μου, θὰ δοκιμάσετε θλῖψι στὸν κόσμο. Κι ὁ λόγος του εἶνε ἀληθινός· τὸ βλέπουμε στὸν βίο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου. Ἀπὸ τὴν κούνια μέχρι τὸν τάφο ὁ βίος του ἦταν βίος θλίψεων.

* * *

Νήπιο ἦταν, ὅταν ὁ στρατηγὸς πατέρας του πέθανε καὶ τὸν ἄφησε ὀρφανό. Ὅσοι μείνατε ὀρφανοί, ξέρετε τί θὰ πῇ ὀρφάνια. Αὐτὴν δοκίμασε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἀλλὰ εἶχε μητέρα ὑπέροχη, τὴν Ἀνθοῦσα. Δὲν ἔμοιαζε μὲ μερικὲς ἀπὸ τὶς σημερινὲς γυναῖκες, ποὺ μόλις χηρεύσουν σπεύδουν σὲ δεύτερο καὶ τρίτο ἢ καὶ τέταρτο γάμο· ἔμεινε πιστὴ στὴ μνήμη τοῦ ἀνδρός της κι ἀφωσιώθηκε στὴν ἀνατροφὴ τοῦ μικροῦ Ἰωάννου. Ἂν δὲν ὑπῆρχε αὐτή, δὲν θὰ ὑπῆρχε Χρυσόστομος. Δοκίμασε λοιπὸν τὴν ὀρφάνια ἀπὸ τὸν πατέρα.

Ἀλλ᾽ ἐνῷ ὁ Ἰωάννης τελείωσε τὶς σπουδές του κι ἄρχισε τὴν καριέρα του ὡς δικηγόρος στὴν Ἀντιόχεια, δοκίμασε ἄλλη θλῖψι. Ἡ ἁγία μητέρα του δὲν πρόλαβε νὰ δῇ τὴν ἐξέλιξί του· ἔκλεισε τὰ μάτια καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὸ μάταιο τοῦτο κόσμο σὲ ἡλικία 40 ἐτῶν. Ἔτσι ὁ Ἰωάννης δοκίμασε τὴν ὀρφάνια καὶ ἀπὸ τὴ μητέρα. Εἶχε ὅμως πίστι στὸ Θεὸ πού, ὅπως λέει ἡ Γραφή, «ὀρφανὸν καὶ χήραν ἀναλήψεται καὶ ὁδὸν ἁμαρτωλῶν ἀφανιεῖ» (Ψαλμ. 145,9). Ὁ Θεὸς προστάτευσε καὶ τὸ ὀρφανὸ αὐτὸ τῆς Ἀντιοχείας.

Ὅταν πέθανε ἡ μητέρα του καὶ τὴν ἔθαψε στὸ κοινὸ μνῆμα μὲ τὸν πατέρα, ὁ Ἰωάννης δὲν ἔμεινε στὴν πόλι. Δὲν σκεπτόταν πλέον κοσμικά, μολονότι μποροῦσε νὰ ἔχῃ λαμπρὴ ἐξέλιξι. Πιστεύοντας στὰ ῥήματα τοῦ Ναζωραίου, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶνε τὰ λεφτὰ καὶ ἡ δόξα, μιὰ μέρα —ἂς τ᾽ ἀκούσουν οἱ πλούσιοι―, πούλησε ὅλη τὴν περιουσία του καὶ τὴ μοίρασε σὲ φτωχούς· ἔμεινε μόνο μὲ τὸ ῥασάκι του. Στὸ ἑξῆς θὰ ζοῦσε μὲ φτώχεια ἑκουσίως.

Ἐν συνεχείᾳ ἔφυγε στὴν ἔρημο 25 ἐτῶν. Τὸ πλουσιόπαιδο, ἀπ᾽ τὶς ἀνέσεις τῆς πόλεως, μπῆκε τώρα σὲ ἄσκησι μέσα σὲ σπηλιὲς ἐπὶ 5-6 ὁλόκληρα χρόνια. Ἐκεῖ προσευχόταν στὸ Θεό. Ἡ δίαιτά του ἦταν ἁπλῆ, πολὺ λιτή. Ἀσκήτευε καὶ σκληραγωγοῦσε τὸν ἑαυτό του, μελετώντας μέρα καὶ νύχτα τὰ ἱερὰ κείμενα τῆς ἁγίας Γραφῆς.

Ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης σκληραγωγίας ἦταν ὅτι ἀσθένησε. Δὲν ἦταν ἐκεῖ ἡ μανούλα του νὰ τὸν περιποιῆται. Ζοῦσε μὲ τὰ ἄγρια θηρία, σὰν τὸν Ἠλία τὸ Θεσβίτη καὶ τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο. Κλονίσθηκε λοιπὸν ἡ ὑγεία του καὶ παρὰ λίγο νὰ πεθάνῃ. Ἔπαθε ἕλκος στομάχου, καὶ ἡ ἀσθένεια αὐτὴ τὸν συνώδευε μέχρι τέλους. Ποτέ ὅμως δὲ γόγγυσε. «Δόξα τῷ Θεῷ», ἔλεγε.

Μὰ περισσότερο ἀπ᾽ τὴν ὀρφάνια, τὴ φτώχεια, τὴν ἄσκησι καὶ τὴν ἀσθένεια, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος δοκίμασε ἄλλου εἴδους θλίψεις, ποὺ πολὺ τὸν στενοχώρησαν. Ὅταν ἔγινε ἱεράρχης ἔλαμψε μὲ τὰ χαρίσματά του. Ποτέ ἄλλοτε ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲ δοξάστηκε ὅσο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του. Ἀλλὰ ἡ ἱκανότης καὶ ἡ ἐπιτυχία, τὸ θάρρος καὶ ἡ παρρησία προκαλοῦν ἀντίδρασι. Κι ὅπως τὰ νυχτοπούλια δὲ μποροῦν ν᾿ ἀντικρύσουν τὸ φῶς, ἔτσι καὶ ἄνθρωποι τοῦ σκότους δὲν ἀνέχθηκαν τὴ λάμψι τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ ἡλίου. Ἄρχισε διωγμὸς καὶ συκοφαντία. Κακοὶ ἀρχιερεῖς σὲ συμμαχία μὲ τὰ ἀνάκτορα παρουσίασαν καταγγελία μὲ 22 κατηγορίες (!) ἐναντίον του. Καὶ τὸν δίκασαν σὲ ἐκκλησιαστικὸ δικαστήριο.

Καὶ ἡ ἀπόφασις; Ἐξορία. Τὸν συνέλαβαν καὶ μὲ πλοῖο τὸν πέρασαν στὴν ἀπέναντι ἀσιατικὴ ἀκτή. Ὅλη ἡ Πόλις ἦταν ἀνάστατη· κανένα μάτι δὲν ἔκλεισε, ὅλοι προσεύχονταν. Τὴν ἴδια ὅμως μέρα ὁ Χρυσόστομος ἐπέστρεψε ἐν τιμῇ καὶ θριάμβῳ. Πῶς; Τὴ νύχτα ἔγινε σεισμός! Σείσθηκε ὅλη ἡ Πόλις καὶ περισσότερο τὰ ἀνάκτορα. Σηκώθηκε ἔντρομη ἀπ᾽ τὸν ὕπνο ἡ βασίλισσα Εὐδοξία, ἡ νεώτερη αὐτὴ Ἰεζάβελ τὴν ὁποία ἤλεγχε ὁ Χρυσόστομος γιὰ τὴν πολυτελῆ καὶ φαύλη ζωή της, ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ βασιλιᾶ καὶ τὸν παρακαλοῦσε· Στεῖλε νὰ ἐπαναφέρῃς τὸν Ἰωάννη, μᾶς τιμωρεῖ ὁ Θεός, θὰ μᾶς σβήσῃ, καταδιώξαμε τὸν ἀθῷο. Πῆγαν πράγματι μὲ πλοῖα καὶ τὸν ἐπανέφεραν. Καὶ τὸ πρωὶ ὁλόκληρη ἡ Πόλις ὑποδέχθηκε ἐν θριάμβῳ καὶ ἐνθουσιασμῷ τὸν ἅγιο ποιμενάρχη.

Ἀλλὰ δὲν ἔμεινε γιὰ πολὺ στὸ θρόνο. Ἡ κακία δὲν ἡσύχασε καί, στὴν τελευταία φάσι τοῦ δράματος, νίκησε. Ἐν καιρῷ νυκτὸς ὁπλοφόρα στρατεύματα, ποὺ ἔχυσαν αἷμα καὶ πάτησαν ἐπὶ πτωμάτων, συνέλαβαν τὸ Χρυσόστομο καὶ τὸν ὡδήγησαν σὲ νέα ἐξορία. Ὅσοι δοκιμάσατε τὴν ἐξορία καὶ τὴν ἀπαγωγή, μπορεῖτε νὰ καταλάβετε τί ὑπέφερε ὁ ἅγιος. Ἄρχισε πορεία ποὺ βάσταξε πέντε μῆνες. Ἔφυγε ἀπὸ τὴν Πόλι, πέρασε ἀπέναντι στὴ Νικομήδεια, πέρασε τὸ Σαγγάριο, ἔφτασε στὴν Ἄγκυρα πεζῇ παρακαλῶ, μὲ συνοδεία στρατιῶτες - θηρία. Ἀπὸ ᾿κεῖ τὸν ὡδήγησαν στὴν Ἀραβισὸ καὶ στὴν Κουκουσό. Κι οὔτε ἐκεῖ σταμάτησαν. Τὸν ἀνάγκασαν νὰ συνεχίσῃ σὲ δύσκολο δρόμο ἀκόμα μακρύτερα, πρὸς τὰ Κόμανα, ἕνα χωριὸ τῆς Ἀρμενίας. Ἐξαντλημένος –60 ἐτῶν πλέον– ἀπὸ τὴν ἄσκησι, τὸν κόπο, τὴν ἀσθένεια, ἐξαπέστειλε σὰ λαμπάδα ποὺ λειώνει τὶς τελευταῖες του ἀκτῖνες σ᾽ ἕνα κόσμο ζοφερό, τοῦ ὁποίου κέντρο ἦταν ἡ διεφθαρμένη κλίκα τῶν ἀνακτόρων. Ἀπὸ ἐκεῖ εἶπε τὰ τελευταῖα του λόγια.

Εἶνε συγκινητικὸ τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Ἔφτασαν σ᾿ ἕνα ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Βασιλίσκου. Εἶχε πυρετό, ἀλλ᾽ οὔτε γιατρὸς οὔτε φάρμακο ὑπῆρχε. Τὰ χείλη του ψέλλιζαν προσευχές. Τὴν νύχτα εἶδε ὅραμα. Ἦρθε ὁ ἅγιος Βασιλίσκος καὶ τοῦ λέει· «Ἀδελφὲ Ἰωάννη, θάρσει (ἔχε θάρρος), αὔριο θὰ εἴμαστε μαζί». Ὅταν βγῆκε ὁ ἥλιος, τὸν παίρνουν καὶ τὸν ὁδηγοῦν πιὸ πέρα. Σὲ 10-15 χιλιόμετρα πέφτει. Ξαναγυρίζει πίσω. Φορεῖ λευκά, προσεύχεται, καὶ κλείνει τὰ χείλη του μὲ τὰ λόγια ποὺ ἔλεγε πάντοτε· «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».


* * *

Τιμῶ, ἀγαπητοί μου, ὅλους τοὺς ἁγίους, ἀλλὰ περισσότερο ἀπ᾽ ὅλους ἀγαπῶ τὸ Χρυσόστομο. Ἂς τὸν στεφανώσουμε μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὴν προσευχή μας.

Ὅσες εἶστε μανάδες, δῶστε στὴν Ἐκκλησία τέτοια παιδιά. Οἱ ὀρφανοὶ παρηγορηθῆτε ἀπὸ τὸν ὀρφανό. Οἱ φτωχοὶ παρηγορηθῆτε ἀπὸ τὸν ἑκούσιο φτωχό. Οἱ πλούσιοι μιμηθῆτε τὸ παράδειγμά του. Κι ὅσοι φέρετε ῥάσο, πρὸ παντὸς οἱ ἀρχιερεῖς, μιμηθῆτε τὴν παρρησία του.

Τὸ εἶπε ὁ Χριστός· «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε». Τὸ εἶπε κι ὁ Παῦλος· «Οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. 3,12). Τὸ βεβαιώνει τὸ μαρτύριο τοῦ Χρυσοστόμου. Δεῖξτε μου ἕναν ἅγιο ποὺ δὲν πέρασε μέσα ἀπ᾽ τὸ καμίνι τῆς θλίψεως. «Διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 14,22).

Ἂν θέλῃς νὰ ζῇς μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, θὰ πᾷς κόντρα μὲ ὅλους, καὶ θά ᾽νε μαζί σου ὁ Χριστός. Χίλιες φορὲς φτωχὸς μὲ τὸ Χριστὸ παρὰ ἑκατομμυριοῦχος μὲ τὸ διάβολο. Χίλιες φορὲς τίμια ὑπηρέτρια παρὰ φαύλη καὶ ἀνήθικη κυρία. Χίλιες φορὲς διᾶκος καὶ καλόγερος μὲ Χριστὸ παρὰ πατριάρχης ποδοπατῶν θείους καὶ ἱεροὺς κανόνας. Χίλιες φορὲς ἐξόριστος καὶ στὰ μπουντρούμια γιὰ τὴν ἀλήθεια παρὰ ἄθλιος ῥασοφόρος κηρύττων τὸ ψεῦδος.

Ὁ Χριστὸς ν᾿ ἀναστήσῃ στὴν Ἐκκλησία μας ἱεράρχες τοῦ ὕψους τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, διὰ τῶν εὐχῶν τοῦ ὁποίου εἴθε ὁ Θεὸς νὰ ἐλεήσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.
 
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἀρτεμίου Γούβας-Ἀθηνῶν τὴν 13-11-1966)