Κήρυγμα τοῦ σεβ. Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως κ. Ἰερεμίου κατὰ τὸ ἐτήσιο μνημόσυνο τοῦ μακαριστοῦ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ

Στὸν ἱ. ν. Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν Κυριακὴ 21-8-2011
 
1. Σήμερα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, τελοῦμε μνημόσυνο τοῦ πνευματικοῦ ἡμῶν πατρός καί διδασκάλου, Ἐπισκόπου πατρός Αὐγουστίνου. Ὁ καλός ποιμήν τῆς Ἐπαρχίας αὐτῆς, Μητροπολίτης πατήρ Θεόκλητος, ὅρισε τήν ταπεινότητά μου νά ὁμιλήσω. Τό θέμα τῆς ὁμιλίας μου θά εἶναι ἡ μορφή τοῦ πατρός Αὐγουστίνου. Παρά τήν δυσκολία μου, διότι ἐγώ δέν ὑπῆρξα πιστό τέκνο τοῦ Γέροντος καί παρά τό ὅτι θά ὁμιλήσω σέ σᾶς πού γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ τόν πατέρα Αὐγουστῖνο καί παρά τήν τρίτη ἀκόμη δυσκολία ὅτι ἐκεῖνος ὁμιλεῖ καλῶς περί ἑνός προσώπου, πού ἔχει τά χαρίσματα τοῦ προσώπου αὐτοῦ, διότι ὁ ἅγιος καταλαβαίνει τόν ἅγιο, ὅμως δι’ εὐχῶν τοῦ Ποιμενάρχου πατρός καί τῶν ἄλλων Ἀρχιερέων καί πατέρων ἱερέων, ἀλλά καί ὅλων ὑμῶν, θά τολμήσω, ἀδελφοί μου χριστιανοί, νά ὁμιλήσω περί τῆς ἱερᾶς μορφῆς τοῦ πατρός Αὐγουστίνου, τοῦ νεωτέρου αὐτοῦ πατρός καί διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας μας.

2. (α) Ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος, ὅπως τόν ἐγνώρισα κατά τήν μαθητεία μου παρ’᾽ Αὐτῷ, ἀγαποῦσε πολύ, μά πάρα πολύ ἀγαποῦσε, τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, τό ἱερό κήρυγμα. Πίστευε τό κήρυγμα ὡς ἱερουργία καί κηρύττοντας ἔνοιωθε ὁ ἀκροατής του ὅτι αὐτός ὁ κήρυκας ζεῖ ἕνα μυστήριο, ὅτι ἡ καρδιά του πάσχει καί ὅτι συνέχεται ὁλόκληρος ἀπό αὐτά τά ὁποῖα κηρύττει. Πίστευε ὡς πανίσχυρο καί παντοδύναμο τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος, ὅπως ἔτσι τόν παριστάνει κάπου ὁ προφήτης Ἀμώς: «Ὁ Κύριος ἐλάλησε», λέγει ὁ προφήτης· «μαραίνονται τά βοσκοτόπια καί ξηραίνεται ἡ κορυφή τοῦ καρμήλου» (1,2).

(β) Ἐρωτώντας μας, ὅπως συνήθιζε νά κάνει, γιά νά διαγνώσει ἄν μελετοῦμε τήν Ἁγία Γραφή, μᾶς ἔλεγε νά τοῦ ποῦμε ποιές εἶναι οἱ εἰκόνες τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ στήν Ἁγία Γραφή. Καί ἤθελε ἰδιαιτέρως νά τοῦ λέγουμε ἀπ’ ἔξω ἐκεῖνο το χωρίο τοῦ ἀποστόλου Παύλου τῆς πρός Ἑβραίους ἐπιστολῆς του, στό 4ο κεφ. στόν 12 στίχ., ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὁμοιάζει μέ μάχαιρα: «Ζῶν γάρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἐνεργής καί τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καί διικνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καί πνεύματος, ἁρμῶν τε καί μυελῶν καί κριτικός ἐνθυμήσεων καί ἐννοιῶν καρδίας» (στίχ. 12).

Τήν Ἁγία Γραφή ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος τήν ἤθελε ὡς τό κύριο ἀνάγνωσμα τῶν χριστιανῶν, ἰδιαίτερα δέ τῶν κληρικῶν καί τῶν φοιτητῶν θεολογίας, τῶν κηρύκων τοῦ θείου λόγου. Γι’ αὐτό καί συνεχῶς καί ἐπίμονα μᾶς ἔλεγε νά μελετοῦμε τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη καί ἔλεγε ὡραῖα χωρία καί ἀπό τίς δύο αὐτές Διαθῆκες, ρωτώντας μας ἔπειτα ποῦ, σέ ποιό βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, εὑρίσκονται τά χωρία αὐτά. Πόσο ταρασσόταν, θυμᾶμαι, ὅταν μᾶς συνελάμβανε ἀγνοοῦντας τήν Ἁγία Γραφή καί μᾶς ἔλεγε μέ θυμό: «Τί θεολόγοι θά γίνετε ἐσεῖς, τί κήρυκες τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ θά γίνετε, ἀφοῦ δέν ξέρετε τήν Ἁγία Γραφή;». Ἡ ὀργή αὐτή τοῦ ἁγίου Γέροντος ἦταν προφητική, διότι ἔβλεπε μέ τό ἐνοικοῦν εἰς αὐτόν Πνεῦμα, τό σημερινό κατάντημά μας, ὅπου ὄχι μόνο ἀπό τό κήρυγμα, ἀλλά καί ἀπό τήν ὅλη ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας ἔφυγε ἡ βιβλική θεολογία. Καί οἱ χριστιανοί μας σήμερα διαβάζουν ἄλλα βιβλία, θρησκευτικά βέβαια βιβλία καί περιοδικά, ἀλλά ὄχι αὐτήν ταύτην τήν Ἁγίαν Γραφήν.

3. (α) Τήν Ἁγία Γραφή ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος τήν ἤθελε μέ τήν ὀρθόδοξη ἑρμηνεία της, πού τήν κάνουν οἱ ἅγιοι Πατέρες. Γι’ αὐτό, ὅπως ἐνθυμοῦμαι, δέν μιλοῦσε μόνο γιά τήν ἀγάπη στήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά καί γιά τήν μελέτη τῶν Ἁγίων Πατέρων. Συχνά ἔλεγε τόν λόγο, «ὁ θεολόγος γεννᾶται εἰς τάς Γραφάς, ὅπως αὐτάς ἡρμήνευσαν οἱ ἅγιοι Πατέρες»! Εἶχε δέ στόν νοῦ καί στήν καρδιά του δυνατή τήν ἐπιθυμία νά δημιουργήσει μία σχολή πατερικῶν μελετῶν στόν ἅγιο Σάββα στήν Κάντζα καί θυμᾶμαι ὅτι μέ ἀπειλοῦσε λέγοντάς μου: «Ἐκεῖ θά σέ κλειδώσω ἐσένα»! Ἡ χειροτονία του ὅμως σέ Ἐπίσκοπο τοῦ ἀνέκοψε τήν ὡραία του αὐτή ἐπιθυμία.

(β) Ἐξ ὅλων τῶν Πατέρων ὁ Σεβασμιώτατος Γέροντας ἀγαποῦσε, ὑπεραγαποῦσε, τόν ἱερό Χρυσόστομο. Δέν ἐκοιμᾶτο, ἄν δέν ἔπινε «μία κούπα γάλα» ἀπό τόν Χρυσόστομο, ὅπως συνήθιζε νά λέγει. «Ἀλλ’ ὦ Χρυσόστομε, δέν θέλω νά σ’ ἀφήσω», ἔλεγε ἄλλοτε. Ὁ δέ μακαριστός πατήρ Ἐπιφάνιος, ἄλλος αὐτός ἱερώτατος πατήρ καί σεπτός Γέροντας, ἔλεγε γιά τόν πατέρα Αὐγουστῖνο ὅτι εἶναι «ἐπιμελέστατος μαθητής τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου».

4. Ὡς γνώστης τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος ἦταν θεολόγος. Ἀγαποῦσε ὁ Γέροντας τήν θεολογία καί τίς θεολογικές μελέτες και ἐτέρπετο καί ἐθέλγετο, ὅταν συζητοῦσε γιά θεολογικά θέματα. Καί ἀπαιτοῦσε οἱ θεολόγοι νά καταγίνονται μέ τοιαῦτα θέματα. Ἀντίθετα ταρασσόταν καί ὀργιζόταν ὅταν ἔβλεπε τούς πτυχιούχους θεολόγους νά εἶναι ἀδιάφοροι γιά τά θεολογικά γράμματα, μή ἔχοντας τήν ἐπιθυμία νά διαβάσουν Ἁγία Γραφή καί ἁγίους Πατέρες, καί εἶπε, ἐνθυμοῦμαι κάποτε, στούς μή θεολόγους μέλη τῆς Ἀδελφότητας: «Ἄν βλέπετε θεολόγους νά φλυαροῦν καί νά χάνουν τόν καιρό τους σέ ἀδιάφορα πράγματα, να παίρνετε ἕνα ξύλο καί νά τούς χτυπᾶτε. Σᾶς τό λέω ἐγώ ὁ Αὐγουστῖνος»!

5. Δέν ἤθελε ὅμως τήν θεολογία ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος ὡς ἀπράγμονα καί ἐπαγγελματική ἤ ἐπιστημονική. Θυμᾶμαι, ὅταν, φοιτητής τῆς θεολογίας, διάβαζα κάποτε τήν Ἁγία Γραφή, μοῦ εἶπε: «Τώρα πῶς τήν διαβάζεις τήν Ἁγία Γραφή, γιά ἐπιστημονικό λόγο ἤ γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς σου;». Ἤθελε τήν θεολογία πάσχουσα γιά τόν εὐαγγελισμό τῶν ψυχῶν· ἤθελε νά εἶναι μιά θεολογία ἱεραποστολική καί ἀγωνιζομένη καί μαχομένη, γιά νά κυριαρχήσει ὁ Χριστός, γιά να ἔρθει ἡ Χριστοκρατία στήν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων. Πολλές φορές μᾶς ἔλεγε καί ἐπανελάμβανε: «Θεολογία, ἡ ὁποία δέν μάχεται νά κατισχύσει τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, εἶναι σατανική»! Καί μᾶς προέτρεπε, ἐμᾶς τούς νεωτέρους τότε, νά ἀποδείξουμε «ὅτι ἡ θεολογία μάχεται καί δέν εἶναι σατανική»!

6. (α) Ἀφοῦ ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος ἤθελε ἀγωνιστική καί πάσχουσα τήν θεολογία, ἤθελε οἱ κληρικοί ἰδιαίτερα καί οἱ κήρυκες τοῦ θείου λόγου νά ἔχουν πνεῦμα θυσιαστικό καί νά καλλιεργοῦν μέσα τους τόν πόθο γιά τό μαρτύριο. Συχνά μᾶς τόνιζε ὁ μακαριστός Γέροντας τήν ἀλήθεια αὐτή σέ ᾽μᾶς τούς φοιτητάς πού ποθούσαμε τό κήρυγμα. «Τότε θά εἴμαστε σωστοί ἱεροκήρυκες», μᾶς ἔλεγε, «ὅταν θά εἴμαστε ἕτοιμοι νά πεθάνουμε γι’ αὐτά πού κηρύττουμε». Συχνά δέ μᾶς ἐπανελάμβανε τόν ὡραῖο αὐτό λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Τό κήρυγμα δεῖται ἀνδρός γενναίου, φερεπόνου καί ἑτοίμου πρός θάνατον»! Καί ἐπίσης μᾶς ἐτόνιζε ἐκεῖνο τό «κακοπάθησον» τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο (Β΄. Τιμ. 2,3) καί μᾶς συνιστοῦσε νά τό ζήσουμε σάν κήρυκες τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἄν θέλουμε νά εἴμαστε καλοί ἱεροκήρυκες. Μᾶς ἔλεγε δέ καί τό ἄλλο, τό ὡραῖο ἐκεῖνο ἱεραποστολικό δίστιχο: Νά μή ζητᾶμε, μᾶς ἔλεγε, ἀπό τήν Ἐκκλησία δόξες καί τιμές καί ἀπολαύσεις, ἀλλά νά ζητᾶμε «ἕνα βαρύ σταυρό, κομμάτι κρίθινο ψωμί καί μακρυνόνε δρόμο»! Μᾶς πρόβαλε δέ ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος σάν ἕνα τέτοιον πάσχοντα ἱεροκήρυκα τόν Παπουλάκο, πού γιά τήν μαρτυρία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔφθασε μέχρι τό δικαστήριο. Στόν πατέρα Αὐγουστῖνο ἄρεσε πολύ ἡ σκηνή τοῦ Παπουλάκου στό δικαστήριο. Ὁ ἄθεος δικαστής τοῦ εἶπε μέ αὐθάδεια: «Δικηγόρο ἔχεις;». Καί ὁ Παπουλάκος ἀπάντησε μέ φωνή πού ἔσεισε ὅλο τό διακαστήριο: «Δικηγόρο – εἶπε – πού θά μέ ἀθωώσει τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, διορίζω τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν»!!!

(β) Γιά νά γίνουμε τοιοῦτοι κήρυκες τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, κήρυκες δηλαδή πού νά μήν ἀρνηθοῦμε καί τό μαρτύριο, ὅταν μᾶς λάχει, μᾶς μάθαινε καί μᾶς κατάρτιζε ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος νά ζοῦμε ἀπό νεαροί ἀσκητικά, νά μήν ἀγαποῦμε δηλαδή τήν ἄνεση καί τήν καλοπέραση. Καί ὡς παραδείγματα γιά τό μάθημα αὐτό μᾶς ἔφερνε ὄχι μόνον ἀπό τούς ἀσκητές καί μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί ἀπό τούς ἀγωνιστές τῆς πατρίδος. «Καλό βόλι», μᾶς ἔλεγε, «ἔλεγαν ὁ ἕνας στόν ἄλλο οἱ στρατιῶτες στόν πόλεμο»! «Οἱ στρατιῶτες στήν Ἀλβανία – μᾶς ἔλεγε ἄλλοτε – ἔτρωγαν κούμαρα· καί ὅταν φυλάγαν σκοπιά, ἐπειδή εἶχαν ἡμερόνυχτα νά κοιμηθοῦν, μέ βελόνες κεντοῦσαν τό κορμί τους γιά νά μένουν ἄγρυπνοι». Τοῦ ἄρεσε δέ τό ἐθνικό τραγούδι: «Μαύρη εἶν᾽ ἡ νύχτα στά βουνά, στούς βράχους πέφτει χιόνι»! Καί τόν εἶδα νά συνταράσσεται καί νά δακρύζει, ὅταν ὁ τότε διευθυντής τοῦ οἰκοτροφείου μας καί νῦν Μητροπολίτης τῆς Φλώρινας πατήρ Θεόκλητος τραγουδοῦσε μέ τήν ἀπό τότε καλλικέλαδο φωνή του:

«Τόν ἔσφαξαν τῶν Γρεβενῶν, τόν ἄφοβο Δεσπότη, τόν ἔσφαξαν τόν ἄξιο τοῦ γένους πατριώτη».

Μέ τέτοια παραδείγματα ἀσκητικότητας καί κακοπέρασης ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος ἤθελε νά μᾶς διδάξει κι ἐμεῖς, ὡς κληρικοί καί κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, νά ζοῦμε ἀσκητικά καί νά μή σκανδαλίζουμε τόν λαό μέ τήν καλοπέραση καί τήν ἄνετη ζωή.

7. Τέλος, ἀδελφοί μου χριστιανοί, θέλω νά σᾶς πῶ δύο σύντομους λόγους τοῦ πατρός Αὐγουστίνου ἀπό τά κηρύγματά του, πού ἐκφράζουν τήν ψυχή του και πού μέ ἐντυπωσίασαν ἰδιαίτερα ὅταν τούς ἄκουσα.

(α) Σέ κάποιο ἑσπερινό κήρυγμά του στόν ἅγιο Κωνσταντῖνο Ὁμονοίας, κατά τό 1960, νομίζω, ὀργισμένος γιά τό μελετώμενο ἀπό τήν κυβέρνηση κακό νά στήσουν τό ἄγαλμα τοῦ Ποσειδώνα στό λιμάνι τοῦ Πειραιᾶ εἶπε στό πολυπληθέστατο ἀκροατήριο: «Τό ἀκούσατε τό ἄλλο; Ἔρχονται τά καράβια ἀπό μακρυά στό λιμάνι τῆς πατρίδας μας. Καί ἀντί νά βλέπουν ἐρχόμενα τήν εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς καί τοῦ ἁγίου Νικολάου, θέλουν νά στήσουν τό ἄγαλμα τοῦ Ποσειδώνα, τοῦ ψεύτικου θεοῦ τῆς ἀρχαιότητας. Ἐάν κάνουν κάτι τέτοιο, θά πάρω ἑκατό νέους καί θά τό τινάξουμε στόν ἀέρα»!!! Ὅλο τό ἀκροατήριο, θυμᾶμαι, ξέσπασε συγκινημένο σέ ἠχηρά χειροκροτήματα. Ποῦ εἶσαι πάτερ Αὐγουστῖνε τώρα, νά φωνάξεις καί νά μᾶς φανατίσεις καί νά μᾶς συγκεντρώσεις ὅλους, γιά νά κονιορτοποιήσουμε τά σύγχρονα εἰδωλολατρικά κατασκευάσματα πού ἔκαναν καί μελετοῦν καί ἄλλα νά μᾶς κάνουν στήν πατρίδα μας. Χριστιανοί μου, πατήρ Αὐγουστῖνος «ἀπῆν». Ἀλλά λέγει κάπου ὁ Χρυσόστομος, «κἄν Παῦλος ἀπῆν, τό Πνεῦμα παρῆν»! Καί αὐτό τό Ἅγιο Πνεῦμα πού ἀνέδειξε στήν Ἐκκλησία πατέρα Αὐγουστῖνο, μέ τήν εὐχήν αὐτοῦ, ἀπό τά νέα παιδιά, ἀπό τήν νέα γενεά, θά δώσει ὁ Χριστός καί ἡ Παναγιά νά βγοῦν ἱερεῖς και ἀρχιερεῖς μέ τό πνεῦμα τοῦ πατρός Αὐγουστίνου.

(β) Καί ἕνα ἄλλο δυνατό λόγο τοῦ Γέροντος θέλω νά πῶ τελειώνοντας. Ἐπηρεασμένος φαίνεται ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος ἀπό τό παιχνίδι «πατῶ», πού θά τό ἔπαιζαν καί στά δικά του παιδικά χρόνια, εἶπε κάποτε σφραγίζοντας ἕνα κήρυγμά του:

«Τόν κόσμο πατῶ, τόν κόσμο πατῶ, τό Εὐαγγέλιο δέν τό πατῶ».

Γιά τόν πατέρα Αὐγουστῖνο ἡ κρίση τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου ἦταν σάν ἕνα βρωμερό πουκάμισο, πού πρέπει κανείς νά τό βγάλει ἀπό πάνω του καί νά τό πετάξει στό ρέμα.

«Τόν κόσμο πατῶ, τό Εὐαγγέλιο δέν τό πατῶ»! Αὐτός ἦταν ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος, ὁ σωστός ἀγωνιστής Ἱεράρχης.

Ἄς ἔχουμε τήν εὐχή Του καί προσωπικῶς τοῦ ζητῶ συγγνώμην εἰς ὅ,τι τόν ἐλύπησα.
[ἀπὸ τὸ περιοδικὸ τῆς ἱ. Μητροπόλεως Φλωρίνης «Σάλπιγξ Ὀρθοδοξίας» τ.τ. 63-64/Αὔγουστος 2011]
 
Comments