Ἀπανθίσματα ἀπὸ κηρύγματα τοῦ π. Αὐγουστίνου

Πνευματικὴ νέκρα
Σήμερα ἐπικρατεῖ νέκρα. Φέρετρο ἔχουμε καὶ δὲν τὸ λέμε. Νομίζει κανεὶς πὼς βαδίζει μέσα σ᾿ ἕνα ἀπέραντο νεκροταφεῖο μὲ ὀστᾶ ὅπως στὴν πεδιάδα ἐκείνη ποὺ εἶδε ὁ Ἰεζεκιὴλ κι ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε νὰ κηρύξῃ (κεφ. 37ο). Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ἕνα εἶν᾽ ἐκεῖνο ποὺ θ᾿ ἀναστήσῃ τὶς νεκρὲς κοινωνίες· ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ποιός λόγος; ὁ προφητικός, ὁ ἀποστολικός, ὁ ἐλεγκτικός, ποὺ τολμᾷ νὰ πῇ στὸν ἁμαρτωλό· «Εἶσαι ταλαίπωρος καὶ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός» (Ἀπ. 3,17).

Ἐγὼ διαφωνῶ μ᾽ ἐκείνους ποὺ λένε ὅτι ἔχουμε ἀναγέννησι. Ποῦ τὴ βλέπουν τὴν ἀναγέννησι; Ἄ, στὰ χαρτιά, στὰ περιοδικά, στὶς ὁμιλίες κ.λπ.; Νεκρὰ εἶν᾿ ὅλα. Στὴ λατρεία δὲν ὑπάρχει τάξις - ἡσυχία, οἱ νεωκόροι κινοῦνται σὰν ἐπαγγελματίες, οἱ ἐπίτροποι ἐνδιαφέρονται μόνο γιὰ εἰσπράξεις, οἱ ψάλτες δὲν ψάλλουν ὅπως ὁ Παπαδιαμάντης, κήρυγμα δὲν ἀκούγεται, οἱ παπᾶδες δὲν ἀνατριχιάζουν ὅταν πιάνουν τὰ ἅγια, οἱ ἱεροκήρυκες κολακεύουν, οἱ ἐπίσκοποι δὲν σκέπτονται τίποτα ἐκτὸς ἀπὸ μίτρες καὶ ἐγκόλπια. Νεκροὶ εἶνε ἀκόμη καὶ στὴ Σύνοδο. Δὲ θέλω νὰ παρεξηγηθῶ, ἀλλὰ καὶ οἱ θρησκευτικοὶ σύλλογοι ποὺ ὑπάρχουν δὲν ἔχουν καμμία ζωντάνια, δὲν ἔχουν ἀγάπη. Μᾶς ἔκλεψε ὁ διάβολος καὶ γίναμε σκορποχώρι. Ὦ βουνοὶ καὶ νάπαι, κλαύσατέ μας!
Εἴθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς ἀναστήσῃ σὲ μιὰ νέα πνευματικὴ ζωὴ μὲ πρόγραμμα τὸ ψαλμικὸ «Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ σὲ ἐπιστρέψουσι» (Ψαλμ. 50,15).
 
(ἀπὸ ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ποὺ ἔγινε στὴν αἴθουσα τοῦ συλλόγου «Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς» τὴν Κυριακὴ 19-10-1958 μετὰ τὴ θ. λειτουργία)

Φονεύουν τὸν Θεό!
Τὰ δαιμόνια δὲν τολμοῦν νὰ ποῦν λόγο κακὸ γιὰ τὸν Κύριο, τρέμουν. Κι ὁ ἄνθρωπος τί κάνει; Βλαστημάει· ἀνοίγει τὸ στόμα του καὶ βγάζει φαρμάκι, λάσπη, ἀκαθαρσία. Βλαστημάει τὰ θεῖα· τὸ Θεό, τὸ Χριστό, τὴν Παναγία, τὸ σταυρό, τοὺς ἁγίους, τὰ καντήλια, τὶς κολυμπῆθρες, τὰ πάντα. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται χειρότερος κι ἀπὸ τὸ διάβολο. Γιατὶ ὁ διάβολος πολλὰ κάνει, ἀλλὰ ἕνα ἁμάρτημα δὲν τὸ κάνει· στὰ τόσες χιλιάδες χρόνια τῆς ἡλικίας του ὣς τώρα, δὲ βλαστημάει. Τρέμει.

Μὰ ἀπὸ τὶς δικές μας βλαστήμιες ἔχει τάχα κάτι νὰ πάθῃ ἢ νὰ ζημιωθῇ ὁ Θεός, ἡ Παναγία, οἱ ἅγιοι; Τίποτε. Κι ἂν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τρελλαθοῦν κι ἀνεβοῦν στὶς ταράτσες κι ἀρχίσουν νὰ φτύνουν τὸν ἥλιο, ὅλα τὰ πτύσματα δὲ φτάνουν νὰ τὸν σβήσουν. Ὅπως λοιπὸν τὰ σάλια μας δὲ φτάνουν στὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ οἱ ὕβρεις μας δὲ φτάνουν νὰ βλάψουν τὸ Χριστό.

Εἶνε τόσο ψηλά, εἶνε τόσο μεγάλος! Καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς. Κι ἂν ἐμεῖς τὰ σκουλήκια τῆς γῆς ἀντὶ νὰ τὸν ὑμνοῦμε τὸν βλαστημοῦμε, δὲν χρειάζεται τὶς δικές μας δοξολογίες. Ἔχει στοὺς οὐρανοὺς τάγματα, ταξιαρχίες καὶ ἀναρίθμητες στρατιὲς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων ποὺ τοῦ ψάλλουν ἀκαταπαύστως «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ…» (Ἠσ. 6,3).

Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς· ἐμεῖς ζημιωνόμεθα, ἐμεῖς δείχνουμε τὴν ἀχαριστία μας. Ὁ βλάσφημος εἶνε χειρότερος κι ἀπὸ τὰ ζῷα. Ἔχεις ἕνα σκυλί, τοῦ πετᾷς ἕνα κόκκαλο, κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἔχει γλῶσσα νὰ μιλήσῃ, κουνάει τὴν οὐρά του, σὰ νὰ σοῦ λέῃ· Εὐχαριστῶ, ἀφέντη. Ὁ βλάσφημος ὅμως, σὰν τὸ λυσσασμένο σκυλὶ ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει πιὰ τὸ ἀφεντικό του ἀλλὰ τὸ δαγκώνει, «δαγκώνει» κι αὐτὸς τὰ χέρια τοῦ εὐεργέτου Χριστοῦ, ποὺ ἁπλώθηκαν στὸ σταυρὸ γιὰ τὴ δική μας σωτηρία.

Μεγάλη ἁμαρτία ἡ βλαστήμια, πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ ἄλλες. Ἐγὼ σᾶς λέω, ὅτι εἶνε χειρότερη κι ἀπὸ τὸ φόνο. Μὲ τὸ φόνο σκοτώνεις ἄνθρωπο, μὲ τὴ βλαστήμια –ὅσο ἐξαρτᾶται ἀπὸ σένα– σὰν νὰ φονεύῃς τὸ Θεό, σὰν νὰ σταυρώνῃς τὸ Χριστό!
 
(ἀπὸ ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ποὺ ἔγινε σὲ ναὸ τῶν Ἀθηνῶν τὴν 23-10-1966)


Ἀπὸ τὴν ἀμέλεια ὁδηγούμεθα στὸ θάνατο
Ὅταν δὲν φροντίζουμε τὴν πνευματικὴ ζωὴ ποὺ δίνει τὸ βάπτισμα, εἰσχωροῦν στὸν ψυχικὸ ὀργανισμὸ «μικρόβια» (εἰκόνες, λογισμοὶ καὶ ἐπιθυμίες) ποὺ φέρνουν φθορά. Πῶς μπαίνουν; «Ἀπ᾽ τὰ παράθυρα», λέει ὁ προφήτης. «Ἀνέβη θάνατος διὰ τῶν θυρίδων» (Ἰερ. 9,21). «Θυρίδες» εἶνε οἱ αἰσθήσεις· κι ὅταν δὲν τὶς φρουροῦμε, εἰσέρχεται δι᾿ αὐτῶν ὁ πνευματικὸς θάνατος.

Ἀρχικὰ ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται σὲ κατάστασι ἀμελείας, ῥαθυμίας, νυσταγμοῦ· εἶνε ὁ ὕπνος ποὺ φοβήθηκε ὁ Δαυῒδ ὅταν ἔλεγε «μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον, μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου· Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν» (Ψαλμ. 12,4-5). Αὐτὸ μοιάζει μὲ μιὰ ἀσθένεια ποὺ κάνει θραῦσι στὴν Ἄπω Ἀνατολή· προέρχεται ἀπ᾽ τὸ τσίμπημα μιᾶς μύγας καὶ φέρνει ὕπνο. Ἔτσι καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ λογισμοί· φέρνουν ὕπνο, καὶ μετὰ τὸν ὕπνο ἔρχεται ἡ νέκρωσις. Ὁ πνευματικὰ νεκρὸς δὲ βλέπει τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, δὲν ἀκούει τὸ λόγο του, δὲν κάνει ἐλεημοσύνη, δὲν πατάει στὴν ἐκκλησία, ἡ καρδιά του εἶνε ἄδεια.
Ἀπὸ ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ποὺ ἔγινε στὴν αἴθουσα τοῦ συλλόγου «Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς» τὴν Κυριακὴ 19-10-1958 μετὰ τὴ θ. λειτουργία)