ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ

Ἀναμνήσεις τοῦ ἡγουμένου τῆς ἱ. Μονῆς Δοχειαρίου Ἁγ. Ὄρους ἀρχιμ. Γρηγορίου Ζουμῆ τοῦ Παρίου
 
Καθένας ποὺ γνώρισε τὴν Λογγοβάρδα σὰν πνευματικὸ φροντιστήριο μπορεῖ νὰ ψάλλη μὲ πλατὺ στόμα καὶ ἀγαλλιασμένη καρδιά· «Ἐξήνθησεν ἡ ἔρημος ὡσεὶ κρίνον, Κύριε». Πῶς νὰ μὴν ὑμνήσω τὸν μπροστὰ ἀπὸ τὸν Φιλόθεο ἡγούμενο Ἱερόθεο; Τὸν ὁποῖον, ὅταν προσκαλοῦσαν νὰ διαβάση δαιμονισμένο, φώναζαν οἱ πειρασμοί· «Τί τὸν θέλετε αὐτὸν τὸν κλαψιάρη καὶ τὸν καλεῖτε;». Καὶ ὁ ἅγιος Νεκτάριος, ποὺ τὸν γνώρισε, θαύμασε τὴν ἀσκητική του βιοτή.

Πῶς νὰ ξεχάσω τὸν Νεκτάριο τὸν γλυκύ, ποὺ ἀντάλλαξε τὰ μεταξωτὰ τοῦ Παρισιοῦ μὲ τὰ τρίχινα ἐνδύματα καὶ χρησιμοποιοῦσε μαντήλι στὴν κυριολεξία καραβόπανο; Συνεχῶς μοῦ ἔλεγε·

―Θεολόγος εἶναι μόνον αὐτὸς ποὺ ἔχει τὸ αὐτί του ἀκουμπισμένο στὸ στῆθος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀκούει τοὺς κτύπους τῆς καρδιᾶς Του.

Ἀκόμη ἔλεγε

―Ἴδιον τῶν πολιτισμένων καὶ καλλιεργημένων ἀνθρώπων εἶναι ἡ ἠρεμία. Οἱ ταραχὲς καὶ τὰ ξεσπάσματα τῶν νεύρων εἶναι ἴδιον τῶν ἀγρίων λαῶν.

Καί, γιὰ νὰ ἐξυψώση τὸν πολιτισμὸ τῶν Εὐρωπαίων, ἔλεγε πὼς στὴν Γαλλία καὶ τὰ βόδια ἤρεμα μουγκρίζουν, ἐνῶ στὴν Ἑλλάδα ἀπότομα καὶ τραγικά.

Ν᾽ ἀφήσω ἀμνημόνευτο τὸν Φιλόθεο τὸν ράπτη, ὁ ὁποῖος ἐνεκλείσθη στὶς φυλακὲς τοῦ Κορυδαλλοῦ ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς καὶ ὑπέστη τὰ πάνδεινα γιὰ τὴν ἐθνική του δράση, χωρὶς νὰ προδώση τὴν πατρίδα; Συνώδευε τὸν παπα-Δαμιανὸ σ᾽ ὅλα τὰ ξωκκλήσια καὶ ἔψαλλε μὲ τὴν χαρακτηριστικὴ φωνὴ τοῦ κλαυθμυρίζοντος μωροῦ. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔκανε καὶ τὸν χειμῶνα καὶ τὸ καλοκαίρι ἤρεμα καὶ σεβαστικά. Οἱ μεταβάσεις ἐγίνοντο μὲ ὑποζύγια. Ξεκινοῦσαν τὰ βαθειὰ χαράματα, γιὰ νὰ βρεθοῦν στὴν ὥρα τους στὴν ἐκκλησιὰ ποὺ θὰ λειτουργοῦσαν.


Ν᾽ ἀφήσω στὴ λήθη τὸν Χαρίτωνα, τὸν παλαιὸ καὶ τὸν νέο, τοὺς πολὺ κοπιάσαντας; Ἢ τὸν Ἰάκωβο τὸν Ἄγγλο, ποὺ ἀντάλλαξε κάθε διδακτικὴ ἕδρα μὲ τὴν σκληρὴ ἀγροτικὴ ζωή; Ἀκόμη, μοῦ ἔρχονται στὴ θύμηση ὁ Λεόντιος ὁ διδάχος καὶ ὁ Φιλάρετος ὁ ζωγράφος καὶ καλλικέλαδος ψάλτης.

Διατηρῶ ἐπίσης στὴ μνήμη μου τὸν ἀπέριττο Κοσμᾶ τὸν Λευκιανὸ μὲ τὸν ἀδελφό του Ἰωάσαφ τὸν ἁπλοῦν, τῆς ξενιτείας τὸ καύχημα. Ὁ μικρότερος ἀδελφός, ὁ Κοσμᾶς, παρακαλοῦσε τοὺς πατέρες νὰ τοὺς ἀφήσουν νὰ μαζέψουν ὅλο τὸν ἐλαιόκαρπο, ὅσος κι ἂν ἦταν αὐτός, γύρω ἀπὸ τὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ μὴν ἀνέβουν τὴ βουνοκορφὴ καὶ βρεθοῦν στὰ πίσω λιοστάσια καὶ δοῦν τὰ βουνὰ τῆς πατρίδας τους καὶ χάσουν τὴν ξενιτεία.

Ν᾽ ἀφήσω καὶ τὸν Λάζαρο τὸν πάνυ ἀστεῖο, ὁ ὁποῖος τὸ διάστημα τῶν δύο ὡρῶν τὸ ἔκαμε σὲ μία, πεζοπορῶν γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση τῆς Μονῆς στὴν ἔκτακτη ἀλληλογραφία; Καὶ τὸ μικρὸ Φιλοθεάκι, ὁ μάγκιπας, εἶχε τὴν ἀγωνιστικότητά του. Πόσα θὰ μποροῦσα νὰ πῶ γιὰ τὸν Βαρλαὰμ τὸν παραηγουμενιάρη, ποὺ συνεχῶς μοῦ ἔλεγε· «Ὁ Γέροντας ξεκουράζεται». Ἔφτειαχνε ἀλοιφὲς μὲ βότανα, θειάφι καὶ κερί, καὶ βοήθησε πολὺ κόσμο τὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς στὴν μεγάλη ἔλλειψη φαρμάκων. Θὰ ἔχω κρίμα, ἂν δὲν μνημονεύσω καὶ τὸν γέροντα Μιχαήλ, ποὺ ἡ παρουσία του μὲ γέμιζε. Καὶ τὸν γέροντα Ἀντώνιο ἀπὸ τὴν Πούντα τῆς Πάρου, ὁ ὁποῖος συνεχῶς φύτευε δένδρα, γιὰ νὰ βροῦνε οἱ ἀδελφοὶ παρηγορία μετὰ τὸν θάνατό του.


Δὲν πρέπει ν᾽ ἀφήσω ἀμνημόνευτο καὶ τὸν Γέροντα τοῦ κήπου, ποὺ ποτέ δὲν ἔμαθα τ᾽ ὄνομά του. Δὲν εἶχαν τὴν συνήθεια αὐτοὶ οἱ Γέροντες, νὰ αὐτοσυστήνωνται. Μοῦ ἦταν ὅλοι γνώριμοι καὶ χωρὶς νὰ ἔχουμε ἰδωθῆ ποτέ. Αὐτὸς ὁ κατάκοπος Γέρων στὶς ἀγρυπνίες καθότανε ἕνα στασίδι πίσω ἀπὸ μένα. Κάθε τόσο σηκωνόταν ὄρθιος καί, σηκώνοντας τὰ χέρια του, ἔλεγε τὸ ψαλμικό· «Δόξα τῷ Θεῷ, δόξα τῷ Θεῷ, πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησας, Κύριε.
Κοιμᾶσαι δέκα λεπτὰ καὶ ξυπνᾶς φρέσκος-φρέσκος καὶ παρακολουθεῖς τὴν ἀκολουθία σὰν νὰ τὴν ἀκοῦς γιὰ πρώτη φορά». Βέβαια τὰ δέκα λεπτὰ τοῦ παπποῦ ἤτανε μία ὥρα. Ἐγὼ γέλαγα μὲ τοῦ παπποῦ τὴν ἁπλότητα.
Κοιμᾶσαι δέκα λεπτὰ καὶ ξυπνᾶς φρέσκος-φρέσκος καὶ παρακολουθεῖς τὴν ἀκολουθία σὰν νὰ τὴν ἀκοῦς γιὰ πρώτη φορά». Βέβαια τὰ δέκα λεπτὰ τοῦ παπποῦ ἤτανε μία ὥρα. Ἐγὼ γέλαγα μὲ τοῦ παπποῦ τὴν ἁπλότητα.

―Γέλα –μοῦ ἔλεγε–, παιδί μου, προτοῦ σὲ φορτώσουν τὰ βάσανα τῆς ζωῆς καὶ χάσης τὴ χαρά.

Ὅλες αὐτὲς οἱ ἀφωσιωμένες ψυχὲς στὴν ἀγάπη καὶ στὴ διακονία τοῦ Κυρίου μας ἀποτελοῦν μία πανέμορφη εὐωδιαστὴ δέσμη κρίνων τῆς ἐρήμου. Μακάρι ὁ Θεὸς ποτέ νὰ μὴ μᾶς στερήση τὴν εὐωδιά τους. Τὶς γνώρισα ἄλλες πολὺ καὶ ἄλλες ὀλίγον, πλὴν ἑνὸς γιὰ τὸν ὁποῖον ἤκουσα. Εἶδα τὴν βία ποὺ κατέβαλλαν καὶ δείλιασα, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγάπη, τὴν προθυμία καὶ τὴν θέρμη τῆς καρδιᾶς τους, καὶ ἐνθαρρύνθηκα στὸν τρόπο αὐτῆς τῆς ζωῆς. Ὠσφράνθηκα τὴν εὐωδιὰ τῶν λουλουδιῶν τους, γεύθηκα τοὺς καρπούς τους, καὶ πάντα νοσταλγῶ νὰ στοιχηθῶ στοὺς ἁγίους ὤμους τους. Ἂν τοὺς ξεχάσω, φοβᾶμαι τὶς ἀρὲς τοῦ ψαλμοῦ, ποὺ συνέθεσαν οἱ Ἑβραῖοι στὴν Βαβυλώνα.

«Πατέρες ἅγιοι, ἐγὼ σᾶς θυμᾶμαι καὶ σᾶς μνημονεύω. Θυμηθῆτε κ᾽ ἐσεῖς ἐμένα στὴν Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων, τῶν ἀπογεγραμμένων στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς».

Πάντοτε στὸν μοναχισμὸ θὰ βρίσκη κρυστάλλινο ποτήρι ἡ Ἐκκλησία, χωρὶς ἅλατα καὶ δαχτυλιές, νὰ πίνη ἀνεπιφύλακτα νερό.