ΠΩΣ ΕΠΕΣΑΝ ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΙ

τοῦ θεολόγου κ. Θεοδώρου Γεωργοπούλου

Ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς ἔγινε γνωστὸς στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ μεταφράσεις τῶν ἔργων του, τὶς ὁποῖες ἔκαναν τὰ πνευματικά του παιδιὰ Ἀθανάσιος Γιέφτιτς καὶ Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς.
 
ΠΩΣ ΕΠΕΣΑΝ ΟΙ ΔΥΝΑΤΟΙ
 
Τέτοια ἔργα εἶναι:
  1. Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος (μετάφρ. ἱερομ. Ἀθανασίου Γιέφτιτς, ἐκδ. οἶκος «Ἀστὴρ», Ἀθῆναι 19702).
  2. Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ οἰκουμενισμός (μετάφρ. ἱερομ. Ἀμφιλοχίου Ράντοβιτς καὶ ἱερομ. Ἀθανασίου Γιέφτιτς, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1974).
  3. Ὁδὸς Θεογνωσίας (πρόλογος Ἀθανασίου Γιέφτιτς).
Ἐπίσης ἔχουν μεταφρασθῆ καὶ ὑπομνήματά του σὲ ἐπιστολὲς τοῦ ἀποστόλου Παύλου.
 
Τέσσερα κυρίως πνευματικὰ παιδιὰ τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου διεκρίθησαν στὴ θεολογία καὶ ἔγιναν ἐπίσκοποι:
  1. Ἀρτέμιος Ραντοσάβλιεβιτς, μητροπολίτης Ράσκας καὶ Πριζρένης.
  2. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς, μητροπολίτης πρ. Ἐρζεγοβίνης.
  3. Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς, μητροπολίτης Μαυροβουνίου καὶ Παραθαλασσίας.
  4. Εἰρηναῖος Μπούλοβιτς, μητροπολίτης Μπάτσκας.
Καὶ οἱ τέσσερις ἐσπούδασαν θεολογία στὴν Ἑλλάδα, ἔμαθαν τέλεια τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα (Ἀρχαία καὶ Νέα) καὶ ἔγραψαν στὰ ἑλληνικὰ τὶς διδακτορικὲς θεολογικές τους διατριβές.
 
Καὶ οἱ τέσσερις ἀσχολήθησαν μὲ σπουδαιότατα θεολογικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα διεπραγματεύθησαν μὲ βάση τὰ ἔργα μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μέχρι πρό τινος ἐκπροσωποῦσαν τὴν ὄντως πατερικὴ θεολογία καὶ ἀποτελοῦσαν καύχημα τῶν ὀρθοδόξων.
 
Συνέχιζαν τὴν πατερικὴ θεολογία, ὅπως τὴν ἐδιδάχθησαν ἀπὸ τὸν γέροντά τους ἅγιον Ἰουστῖνον Πόποβιτς, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐπεδείκνυαν ἀπέραντο σεβασμὸ καὶ εὐγνωμοσύνη γιὰ ὅσα τοὺς ἐδίδαξε ὡς μεγάλος θεολόγος καὶ ὄντως ἅγιος.
 
Ὁ μητροπολίτης Ράσκας καὶ Πριζρένης ὡς ἱερομόναχος ἔγραψε τὴ θεολογικὴ διδακτορική του διατριβὴ στὰ ἑλληνικὰ μὲ θέμα «Τὸ μυστήριον τῆς σωτηρίας κατὰ τὸν ἅγιον Μάξιμον τὸν Ὁμολογητήν» (ἐναίσιμος ἐπὶ διδακτορίᾳ διατριβή, ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τοῦ Ἐθνικοῦ καὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Ἀθῆναι 1975).
 
Στὸν πρόλογό του γράφει: «Ἡ μετὰ χεῖρας ἐργασία ὀφείλει τὴν ὁλοκλήρωσιν καὶ ἐμφάνισίν της εἰς τὴν διὰ πολλῶν πατέρων καὶ ἀδελφῶν ἐνισχυθεῖσαν χάριν τοῦ Τρισυποστάτου Θεοῦ.
 
Αὐτὴ ἐξεδηλώθη πρωτίστως διὰ τοῦ πνευματικοῦ μου γεννήτορος Ἀρχιμανδρίτου Ἰουστίνου Πόποβιτς, ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ ὁποίου ἔλαβον τὸ μοναχικὸν σχῆμα. Ἐκτὸς τούτου, οὗτος μὲ ἐμύησεν εἰς τὴν ὀρθόδοξον πατερικὴν θεολογίαν ἐν γένει, καὶ δὴ καὶ τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Εἰς τοῦτον ἐκφράζω τὴν βαθυτάτην υἱικήν μου εὐγνωμοσύνην καὶ εὐχαριστίαν μου».
 
Ὁ πρ. Ἐρζεγοβίνης Ἀθανάσιος Γιέφτιτς ἔγραψε τὸ ἔργο «Ἡ ἐκκλησιολογία τοῦ ἀποστόλου Παύλου κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο» (διδακτορικὴ διατριβὴ ὑποβληθεῖσα στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καὶ ἐγκριθεῖσα, Ἀθῆναι 1967, στὴ δημοτική, ἐκδ. Γρηγόρη).
 
Στὸν πρόλογο γράφει: «Ἡ ἐργασία αὐτή, γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ καὶ νὰ φτάσει στὰ χέρια τοῦ ἀναγνώστη, χρειάστηκε νὰ ἐκδηλωθεῖ μὲ πολλοὺς ἀνθρώπους ἡ εὐλογία τοῦ Παναγάθου Θεοῦ καὶ πρὸ πάντων μὲ τὸν πνευματικὸ πατέρα –μακαριστὸ πιά– Ἀρχιμανδρίτη Δ/ρα Ἰουστῖνο Πόποβιτς, καθηγητὴ τῆς Δογματικῆς στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Βελιγραδίου, ὁ ὁποῖος καὶ μὲ καθοδήγησε στὴν κατανόηση τῶν μυστηρίων τῆς ὀρθόδοξης Παύλειας θεολογίας. Σ’ αὐτὸν χρωστῶ καὶ πολὺ περισσότερο ἀπ’ αὐτὸ καὶ γι’ αὐτὸ ἡ εὐγνωμοσύνη μου σ’ αὐτὸν ἐκφράζεται σὰν προσευχὴ στὸ Θεό, “τὸν μείζονα τῆς καρδίας ἡμῶν”, γιὰ νὰ ἀνταποδώση Αὐτὸς σ’ αὐτὸν σύμφωνα μὲ τὴν ἄπειρη ἀγάπη Του».
 
Στὴν ἀφιέρωσί του ἀναγράφει: «Στὴν ἀγάπη τοῦ Παύλου γιὰ τὸ Χριστό. Στὴν ἀγάπη τοῦ Χρυσοστόμου γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὸν Παῦλο. Στὴν ἀγάπη τοῦ γέροντά μου π. Ἰουστίνου γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς ἄλλους δυό».
 
Ὁ μητροπολίτης Μαυροβουνίου Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς ἔγραψε τὴ διδακτορικὴ θεολογική του διατριβὴ μὲ θέμα «Τὸ μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος κατὰ τὸν Ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν» (1973, β´ ἔκδοσις 1981).
 
Γράφει κι αὐτὸς γιὰ τὸν γέροντά του ἅγιον Ἰουστῖνον: «Ὁ πνευματικός μου πατὴρ ἀρχιμανδρίτης Ἰουστῖνος Πόποβιτς μοῦ ἀπεκάλυψε τοὺς ἁγίους Πατέρας ἡμῶν καὶ τὰ ἔργα των ὡς τὴν ἀκατάπαυστον (μετὰ τὴν ἅπαξ δι’ οἰκείας σαρκὸς) φανέρωσιν καὶ δεῖξιν τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ μὲ ἐμύησεν εἰς τὴν Παλαμικὴν θεολογίαν».
 
Ὁ π. Ἀμφιλόχιος ὑπῆρξε καὶ γέροντας τῆς ἡγουμένης Ἰουστίνης καὶ τῆς συνοδίας αὐτῆς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίας Τριάδος Κορωπίου.
 
Ἡ διδακτορικὴ διατριβὴ τοῦ μητροπολίτη Μπάτσκας Εἰρηναίου Μπούλοβιτς εἶναι: «Τὸ μυστήριον τῆς ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι διακρίσεως τῆς θείας οὐσίας καὶ ἐνεργείας, κατὰ τὸν ἅγιον Μᾶρκον Ἐφέσου τὸν Εὐγενικόν» (ἐναίσιμος ἐπὶ διδακτορίᾳ διατριβὴ ὑποβληθεῖσα καὶ ἐγκριθεῖσα ὑπὸ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, 18-4-1980).
 
Ἔχει τὴν ἑξῆς ἀφιέρωσι: «Τῷ ἑαυτοῦ ἀειμνήστῳ πνευματικῷ πατρὶ καὶ ἀρχιμανδρίτῃ ΙΟΥΣΤΙΝῼ ΠΟΠΟΒΙΤΣ (1894-1979). Εἰς μνημόσυνον ἀνατίθησι χαριστηρίως τόδε εὐλαβῶς. Ὁ πονήσας».
 
Στὸν πρόλογο τῆς εἰρημένης διατριβῆς γράφει: «Εὐγνωμονοῦμεν ἐν πρώτοις δι’ ἀθανάτου εὐγνωμοσύνης τὸν ἀείμνηστον πνευματικὸν ἡμῶν πατέρα, τέως καθηγητὴν τῆς Δογματικῆς ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ Βελιγραδίου, ἀρχιμανδρίτην Ἰουστῖνον Πόποβιτς, ὅστις πρῶτος ἐμύησεν ἡμᾶς εἰς τοὺς θησαυροὺς τῆς πατερικῆς θεολογίας, παρηκολούθησε μετ’ ἀγρύπνου καὶ ἀόκνου ἐνδιαφέροντος τὴν πορείαν τῆς συγγραφῆς τῆς παρούσης μέχρις αὐτῆς ταύτης τῆς ἐκ τοῦ τοῦδε βίου μεταστάσεως αὐτοῦ († τῇ 7 Ἀπριλίου 1979) καὶ παρέσχεν ἡμῖν πλείστην ἀρωγὴν διά τε τῶν θερμῶν δεήσεων καὶ τῶν σοφῶν συμβουλῶν αὐτοῦ».
 
Τί συμπεράσματα βγαίνουν ἀπὸ ὅλα αὐτά;
  1. Οἱ τέσσερις αὐτοὶ Σέρβοι Θεολόγοι καὶ νῦν ἐπίσκοποι εἶχαν πνευματικὸν πατέρα καὶ γέροντα τὸν μεγάλον πατερικὸν θεολόγον καὶ ἅγιον Ἰουστῖνον Πόποβιτς. Αὐτὸς τοὺς ἔκανε ὄντως θεολόγους μὲ πατερικὸ πνεῦμα.
  2. Καὶ οἱ τέσσερις διακηρύττουν τὴν αἰωνία τους εὐγνωμοσύνη καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν ἅγιο γέροντά τους γιὰ ὅσα τοὺς προσέφερε. Καί, ἐξυπακούεται, εἶναι φορεῖς τοῦ ἀντιπαπικοῦ καὶ ἀντιοικουμενιστικοῦ πνεύματος τοῦ ἁγίου γέροντός τους. Αὐτοὶ μᾶς ἔκαναν γνωστὴ τὴν ἀντιπαπικὴ καὶ ἀντιοικουμενιστικὴ θεολογία τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς.
  3. Καὶ οἱ τέσσερις θεολογικὲς διδακτορικὲς διατριβὲς τῶν σπουδαίων αὐτῶν θεολόγων ἀσχολοῦνται μὲ ὕψιστα θέματα τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ ἀντλοῦν καὶ οἱ τέσσερις ἀπὸ τέσσερις μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας: ἅγιον Ἰωάννην Χρυσόστομον (ὁ Ἀθανάσιος Γιέφτιτς), ἅγιον Μάξιμον Ὁμολογητὴν (ὁ Ἀρτέμιος Ραντοσάβλιεβιτς), ἅγιον Γρηγόριον Παλαμᾶν (ὁ Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς) καὶ ἅγιον Μᾶρκον Εὐγενικὸν (ὁ Εἰρηναῖος Μπούλοβιτς).
Σὲ κάποια συνέντευξί του ὁ μητροπολίτης Ἀμφιλόχιος Ράντοβιτς, ὡς ἱερομόναχος, εἶχε δηλώσει ὅτι θὰ ἤθελε νὰ ζήση καὶ νὰ πεθάνη «εἰς τὴν ξενιτείαν», μακριὰ ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ πατρίδα, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι ἀναχωρητές. Γιατί ἀργεῖ νὰ τὸ πραγματοποιήσει; Μήπως ἀπὸ τὴν ξενιτείαν ἐπροτίμησε τὴν ἀρχιερατικὴ μίτρα;
 
Τὸ 1966, νομίζω, τὸ θέρος, στὴν Κάντζα Ἀττικῆς, ὅπου τά τυπογραφεῖα καὶ μερικὰ κελλιὰ τῆς ἀδελφότητος «Σταυρός», ὁ τότε ἱεροκῆρυξ τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν π. Αὐγουστῖνος Καντιώτης ἔκανε μία θεολογικὴ σύναξι καὶ εἶχαν ἔλθει ἀρκετὰ πνευματικά του παιδιά.
 
Στὴ σύναξι ἐμφανίσθηκε ὁ π. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς. Συνοδευόταν ἀπὸ ἕνα ὀρθόδοξο Ἑλβετὸ νέον, ὀνόματι Ἰωάννην, ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἔγινε μοναχὸς Βασίλειος στὴν ἱερὰ Μονὴ Σταυρονικήτα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
 
Ἦταν πρόσφατο τὸ γεγονὸς τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων τοῦ 1054. Τὴν ἄρσιν αὐτήν, ὡς γνωστόν, ἔκαμαν ὁ τότε οἰκουμενικὸς πατριάρχης Ἀθηναγόρας καὶ ὁ τότε πάπας Παῦλος ὁ Στ´. Σὲ σχετικὴ συζήτησι, ὁ π. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς, αὐστηρὸς ὀρθόδοξος μοναχὸς τότε, ὅπως ἔδειχνε καὶ ἡ ἀσκητική του ἐμφάνισις, εἶπε τὸ ἑξῆς ὑπέροχο:
 
«Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναθεμάτισε τοὺς παπικοὺς τὸ 1054, διότι εἶχαν πέσει σὲ αἱρετικὲς πλάνες καὶ εἶχαν ὑποβάλει τὸ παπικὸ πρωτεῖο ὡς νέο δόγμα.
 
Ἀπὸ τότε ἡ παπικὴ “Ἐκκλησία” ἔπεσε καὶ σὲ ἄλλες αἱρέσεις. Ἔπρεπε, λοιπόν, ὄχι μόνον νὰ μὴ ἀρθῆ τὸ ἀνάθεμα τοῦ 1054, κατὰ τῶν παπικῶν, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἐπιβάλη καὶ νέο ἀνάθεμα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γιὰ τὶς νεώτερες αἱρετικές τους δοξασίες».
 
Δίνω μαρτυρίαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, ὅτι αὐτὰ εἶπε καὶ ἐφρόνει τότε ὁ π. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς. Καὶ τὸν ἐθαύμασε ὁ π. Αὐγουστῖνος γιὰ τὸ ἀκραιφνὲς καὶ ἀκμαῖο ὀρθόδοξο φρόνημά του.
 
Τώρα πιστεύει καὶ διακηρύττει τὰ ἴδια;
 
Ἀπὸ τὰ τέσσερα αὐτὰ πνευματικὰ παιδιὰ τοῦ ἁγίου Ἰουστίνου Πόποβιτς μόνον ὁ ὁμολογητὴς μητροπολίτης Ράσκας καὶ Πριζένης Ἀρτέμιος μένει πιστὸς σὲ ὅσα ἔμαθε καὶ ἐπιστώθη ἀπὸ τὸν γέροντά του ἅγιον Ἰουστῖνον.
 
Καὶ ἔφτασε στὸ σημεῖο ἡ σερβικὴ ἱεραρχία νὰ καταδιώξη καὶ καθαιρέση τὸν ὁμολογητὴ μητροπολίτη Ἀρτέμιο. Καὶ στὸν διωγμὸν αὐτὸν πρωτοστατοῦν οἱ πνευματικοί του ἀδελφοὶ μητροπολίτες πρώην Ἐρζεγοβίνης Ἀθανάσιος, Μαυροβουνίου Ἀμφιλόχιος καὶ Μπάτσκας Εἰρηναῖος.
 
Καὶ οἱ τρεῖς αὐτοὶ διῶκτες του συμπροσεύχονται μὲ παπικοὺς καὶ ἑβραίους! Πῶς ἐξηγεῖται αὐτὴ ἡ φοβερὴ ἀλλοίωσις τῶν πρώην πατερικῶν, ἀντιπαπικῶν καὶ ἀντιοικουμενιστῶν θεολόγων;
 
Διερωτώμεθα: Πιστεύουν αὐτά, ποὺ γράφουν στὶς διδακτορικὲς θεολογικές τους διατριβές; Πιστεύουν αὐτὰ ποὺ ἐπίστευε ὁ ἅγιος γέροντάς τους Ἰουστῖνος, ὅτι οἱ παπικοὶ εἶναι αἱρετικοὶ καὶ ὅτι ὁ οἰκουμενισμὸς εἶναι παναίρεσις, ὅπως διεκήρυτταν μαζὶ μὲ τὸν γέροντά τους ἄλλοτε;
 
Αὐτὸ ποὺ συμβαίνει στὴν Σερβικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία βαπτίζει τὰ τέκνα της μὲ παπικὸ τρόπο, εἶναι μιὰ ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες τραγωδίες στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας.
 
Παρακαλοῦμε τὸν Θεῖον Δομήτορα τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἐπιστρέψη τοὺς τρεῖς μητροπολίτες Ἀθανάσιον, Ἀμφιλόχιον καὶ Εἰρηναῖον στὴν πρώτη τους ὀρθόδοξη πίστι καὶ νὰ συντριβῆ ὁ δαίμων τοῦ οἰκουμενισμοῦ.
 
 
[ἐκ τοῦ «Ὀρθοδόξου Τύπου» τῆς 21-10-2011]