Βαλέριος Gafencu «Ὁ ἅγιος τῶν φυλακῶν» Γ΄

Τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων εἶνε σπόρος τῆς Ἐκκλησίας (Θ΄)

 

Τ χρόνια τοῦ Κομμουνισμοῦ Ὅταν τὸ 1948 κομμουνισμὸς ἐπιβλήθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὴ Ῥουμανία οἱ φυλακισμένοι στάλθηκαν στὸ ἀναμορφωτήριο τοῦ Vararesti, τὸ ὁποῖο παλιὰ ἦταν τὸ μεγαλύτερο μοναστήρι τῶν Βαλκανίων. Ἐκείνη τὴ χρονικὴ στιγμὴ δόθηκε μιὰ δυνατότητα ἐπιλογῆς στὸ Βαλέριο·τοῦ δώριζαν τὴν ἐλευθερία του μὲ ἀντάλλαγμα ν᾿ ἀφήσῃ τὴ Ῥουμανία καὶ νὰ ἐγκατασταθῇ στὴ Σοβιετοκρατούμενη Bessarabia. Βαλέριος ἐπέλεξε νὰ μείνῃ φυλακισμένος στὴ χώρα του.

Οἱ συνθῆκες τῶν φυλακῶν χειροτέρευαν καθὼς κομμουνισμὸς ἄρχισε νὰ ξεσκεπάζεται καὶ νὰ χρησιμοποιῇ κάθε εἴδους βασανιστήριο. Marin Naidim περιγράφει τὴν σταδιακὴ ἀπώλεια τῆς ἐλευθερίας τῶν κρατουμένων· «Μέχρι τὸ 1948 βγαίναμε ἀπὸ τὰ κελλιά μας καθημερινὰ γιὰ μία ὥρα. Μέρα μὲ τὴ μέρα ὁ χρόνος μειωνόταν 10 μὲ 15 λεπτά. Ὑπῆρχαν μάλιστα καὶ συνεχόμενες μέρες κατὰ τὶς ὁποῖες δὲν μᾶς ἔβγαζαν καθόλου ἔξω».

Τὸ 1949 ὁ Βαλέριος μεταφέρθηκε στὶς φυλακὲς τοῦ Πιτέστι (Pitesti). Εἶχε περάσει ὅλη τὴ νεότητά του στὶς φυλακές. Εἶχε φτάσει πλέον ἡ ὥρα τῆς θυσίας. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ γίνονταν πολλὲς συλλήψεις Ῥουμάνων νέων, μοναχῶν, ἀκαδημαϊκῶν καὶ γενικὰ ὅσων ἀποτελοῦσαν ἀπειλὴ στὸ νέο καθεστώς. Ὅλοι οἱ νέοι στέλνονταν στὶς φυλακὲς τοῦ Πιτέστι, ὅπου ἐφάρμοζαν τὶς διαβολικὲς μεθόδους τῆς «ἐπανεκπαιδεύσεως». Ὁ π. Γεώργιος Calciu, ἕνας ἐπιζῶν τῶν φυλακῶν τοῦ Πιτέστι, περιγράφει· «Μεταχειρίζονταν τὶς πιὸ ἀπεχθεῖς μεθόδους, τόσο σωματικοῦ ὅσο καὶ ψυχολογικοῦ βασανισμοῦ, προκειμένου νὰ ἀποκόψουν τὴ νεότητα ἀπὸ τὸ παρελθόν της, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ Χριστιανικὰ ἰδεώδη· τὴν πίστι, τὴν οἰκογένεια, τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν πατρίδα, ὁ,τιδήποτε ἦταν καλὸ καὶ τίμιο, ἐπειδὴ ἤθελαν νὰ δημιουργήσουνε τὸ “νέο ἄνδρα”. Ἀφοῦ εἶχαν καταρρεύσει ἐντελῶς μετὰ ἀπὸ τὰ βασανιστήρια, εἶχαν ἀποδεχθῆ τὸν κομμουνισμό, εἶχαν ἀρνηθῆ τὴν πίστι στὸ Θεὸ καὶ εἶχαν δώσει πληροφορίες, τότε

τοὺς ὑποχρέωναν νὰ πᾶνε στὰ κελλιὰ ἄλλων κρατουμένων καὶ νὰ χρησιμοποιοῦν τὶς ἴδιες βασανιστικὲς μεθόδους ὡς ἔμπρακτη ἔνδειξι ἐμπιστοσύνης στὸν κομμουνισμό. Ὁ σκοπὸς ἦταν νὰ ἀφανίσουν τὴν προσωπικότητα τοῦ κάθε ἀτόμου καὶ νὰ τὸν μετατρέψουν σὲ ἕνα ὄργανο τοῦ κράτους».

Ἡ «ἐπανεκπαίδευσι» δὲν εἶχε ξεκινήσει ὅταν ὁ Βαλέριος πῆγε στὶς φυλακὲς τοῦ Πιτέστι. Τὸ καθεστὼς ἑτοίμαζε τοὺς κρατουμένους καταβάλλοντάς τους σωματικά, ἔτσι ὥστε νὰ εἶνε πνευματικὰ ἀνέτοιμοι γιὰ τὸ ἐπερχόμενο πείραμα. Τὸ περπάτημα ἀπαγορεύτηκε ἐντελῶς, οἱ μερίδες τοῦ φαγητοῦ μειώθηκαν καὶ ὁ ρουχισμὸς τῶν κρατουμένων κατασχέθηκε.

Ὅσοι φυλακισμένοι ἦρθαν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ Βαλέριο δὲν τὸν ἔβλεπαν ὡς ἁπλὸ ἄνθρωπο ἀλλὰ ὡς ἐπίγειο ἄγγελο. Ὁ

Alexander Virgil Ioannid διηγεῖται· «Ἡ πρώτη μου ἐντύπωσι ἦταν μοναδικὰ ἐντυπωσιακή. Μοῦ φάνηκε ὅτι ἦταν ἕνας ποταμὸς ἀγάπης καὶ ἐνέργειας. Ἦταν μιὰ χαρισματικὴ προσωπικότητα».

Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ποὺ γνώρισαν τὸν Βαλέριο ἦταν καὶ ὁ 22χρονος τότε Γεώργιος Calciu. Πολλὰ χρόνια ἀργότερα ὁ π. Γεώργιος Calciu θὰ μᾶς μιλήσῃ γιὰ τὴν ἐπιρροὴ ποὺ εἶχε ὁ Βαλέριος στοὺς νέους φυλακισμένους·

«Ἔφτανε μόνο νὰ τὸν δῇς ἢ νὰ περάσῃς ἀπὸ δίπλα του γιὰ νὰ αἰσθανθῇς τὴν ἐπίδρασί του. Ὅσοι ἀπὸ μᾶς εἴχαμε ἀποφυλακιστῆ, εἴχαμε μετακινηθῆ πολλὲς φορές. Ἔτσι ὁ Βαλέριος εἶχε ἔρθει σὲ ἐπαφὴ μὲ ἑκατοντάδες διαφορετικοὺς ἀνθρώπους, καθὼς μετακινοῦνταν στὰ κελλιά. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ βρισκόσουν στὸ κελλὶ μὲ τὸν Βαλέριο, ξεχνοῦσες κάθε ἄσχημη σκέψι, καὶ δὲν ὑπῆρχε κανένας ἀρνητικὸς λογισμὸς ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ κελλὶ δημιουργοῦνταν μιὰ ἄτυπη ἐκκλησία. Ὑπῆρχαν νέοι ἄνθρωποι, ἐπαναστάτες, ἀλλὰ ὅλους αὐτοὺς ὁ Βαλέριος τοὺς ἄλλαξε καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ μυαλό. Γι᾿ αὐτὸ ἡ μνήμη του τιμήθηκε καὶ ὅλοι ὅσοι ἔμειναν μαζί του στὸ ἴδιο τὸ κελλί, ἀκόμη προσεύχονται σ᾿ αὐτὸν σὰν νὰ εἶνε

ἅγιος».

Ἡ ζωὴ τοῦ Βαλερίου ὑπῆρξε μιὰ θυσία, καθὼς παραιτήθηκε ἐντελῶς ἀπὸ τὸ θέλημά του. Ὁ Florian Dumitrescu περιγράφει ἕνα χαρακτηριστικὸ περιστατικό·

«Ὁ Mircea Setten ἦταν ἕνας ἐπαγγελματίας κωμικός, ὁ ὁποῖος προσπαθοῦσε νὰ διασκεδάσῃ τραγουδώντας καθημερινὰ ἕνα τραγούδι. Εἶχα τὴν αἴσθησι ὅτι αὐτὸ ἐνωχλοῦσε τὸ Βαλέριο στὴν προσευχή του. Ἐπειδὴ ὁ Mircea ἦταν συμφοιτητής μου, ρώτησα τὸν Βαλέριο ἂν ἤθελε νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κωμικὸ νὰ μὴν τραγουδᾷ τὸ τραγούδι του τόσο συχνά. Ὁ Βαλέριος μοῦ ἀπάντησε μὲ τὴν συνηθισμένη εἰρήν καὶ ἠρεμία· “Ποιός ἔχει τὸ δικαίωμα ν᾿ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν Mircea αὐτὴ τὴ μικρὴ εὐχαρίστησι;”».

Στὴ διάρκεια τῆς φυλακίσεώς του ὁ Βαλέριος προσβλήθηκε ἀπὸ φυματίωσι. Ὁ ἑφτάχρονος ἐγκλεισμός του εἶχε καταβάλει τὴν σιδερένια κρᾶσι του. Ἐνῷ ἄλλοι θὰ ἀπογοητεύονταν μὲ τὴν ἐμφάνισι τῆς ἀσθένειας, μιᾶς καὶ δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα ἀποθεραπείας, ὁ Βαλέριος συνέχιζε νὰ ἐμπνέῃ ὅλους ὅσους ἦταν γύρω του. Ὁ Bucur M. Negutescu διηγεῖται· «Ὁ Βαλέριος ἦταν αἰσιόδοξος, εἶχε ἐμπιστοσύνη στὴ σοφία τοῦ Θεοῦ καὶ ἔλεγε· “Ἂς ὑψώσουμε τὶς καρδιές μας στὸ Θεό, δὲν εἴμαστε μόνοι μας, ὁ Θεὸς εἶνε μαζί μας”».

Ἔπεισε ὅσους τὸν θαύμαζαν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν, ἐξηγώντας τους ὅτι ὁ σκοπός μας πάνω στὴ γῆ εἶνε ἡ Ἀνάστασι. Ἡ δική του θυσία ἀποτέλεσε τὸ πρότυπο ποὺ πολλοὶ ἀκολούθησαν. Ἡ ἀγάπη τοῦ Βαλερίου δὲν περιωρίστηκε μόνο στοὺς συγκρατουμένους του, ἀλλὰ ἐπεκτάθηκε καὶ στοὺς βασανιστάς του. Ὁ Βαλέριος ἀγωνιζόταν ὄχι μόνο γιὰ τὴν ὕπαρξι εἰρήνης στὴν φυλακὴ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν τῶν φρουρῶν. Ὁ Bucur M. Ne gutescu θυμᾶται· «Μιὰ μέρα, ὅταν ὁ φρουρὸς Florica μᾶς ὡδηγοῦσε ἀπὸ τὶς τουαλέττες στὰ κελλιά μας, φώναξε νὰ κινηθοῦμε πιὸ γρήγορα. Ἔχασα τὴν ψυχραιμία καὶ τὸν ἔλεγχό μου. Γύρισα προκλητικὰ καὶ τοῦ εἶπα· “Γιατί, κύριε, φωνάζετε ἔτσι σὰν ν᾿ ἀπευθύνεστε σὲ κοπάδι ἀγελάδων;”.

 

Ἤθελε νὰ μὲ χτυπήσῃ, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἤμασταν κοντὰ στὸ δωμάτιό μας μπῆκα γρήγορα μέσα. Ἀπὸ μέσα ἄρχισα νὰ τοῦ φωνάζω “Ἔ, γιατί δὲν ἔρχεσαι μέσα;”. Ἀλλὰ δὲν τόλμησε (οἱ κανονισμοὶ δὲν ἐπέτρεπαν τοὺς φρουροὺς νὰ μπαίνουν μόνοι τους ἄοπλοι μέσα σὲ τόσους κρατουμένους). Ὁ φρουρὸς κλείδωσε τὴν πόρτα ἀπ᾿ ἔξω. Tότε ὁ Βαλέριος μὲ ἐπέπληξε ―αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχε δεῖ καὶ εἶχε βιώσει πάρα πολλὰ μέσα στὶς φυλακὲς αὐτὰ τὰ 7 χρόνια― “Δὲν καταλαβαίνεις ὅτι εἴμαστε στὰ χέρια τους; Δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἐξοργίζουμε, πρέπει νὰ προσπαθοῦμε νὰ τοὺς κάνουμε καλύτερους”. Ὁ Valerius ἔβλεπε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὡς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ».

Σταδιακὰ ἀφαιρέθηκε ἀπὸ τὸ Βαλέριο κάθε τι τὸ γήινο· πρῶτα ἡ ἐλευθερία του ἡ σωματική, μετὰ ἡ ὑγεία του, καὶ τέλος τὸ θέλημά του. Κ᾽ ἐνῷ ἄλλοι συγκρατούμενοί του προσπαθοῦσαν κάτι νὰ περισώσουν, ὁ Βαλέριος δὲν ἐνωχλήθηκε καθόλου. Ὁ Floriam Dumitrescu διηγεῖται·

«Ἦταν Μάϊος τοῦ 1949. Ξύπνησα ὅταν ἄκουσα μέσα στὴ νύχτα νὰ ξεκλειδώνουν τὶς πόρτες τῶν κελλιῶν. Ξαφνικὰ ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ μπῆκαν μέσα δύο ἀξιωματικοὶ γιὰ τὸν συνηθισμένο ἀπάνθρωπο ἔλεγχο. Ἤμασταν πέντε μέσα στὸ κελλὶ μαζὶ μὲ τὸ Βαλέριο.

―Θέλετε νὰ δραπετεύσετε, ἔτσι δὲν εἶνε; μᾶς ρώτησε ἕνας ἀξιωματικὸς μὲ μῖσος στὰ μάτια.

―Αὐτὸ δὲν εἶνε ἀλήθεια, ἀπάντησε ὁ Voineas.

―Ἐσὺ τί θέλεις; ρώτησε ὁ ἄλλος ἀξιωματικός.

Καὶ ὁ Βαλέριος τοῦ ἀπαντᾷ·

―Θέλω θρησκευτικὴ βοήθεια, ἡ ὁποία μᾶς δίδεται διὰ νόμου.

―Δηλαδὴ τί θὲς νὰ πῇς, ὅτι θὰ σοῦ φέρουμε κανέναν παπᾶ στὸ κελλί σου;

―Ναί, θὰ τὸ εὐχόμουν. Εἶνε δικαίωμά μου.

―Αὐτὸς εἶνε τρελλός!

―Ναί, τρελλὸς γιὰ τὸ Χριστό».

Τὸ Δεκέμβριο τοῦ 1949 ἡ κατάστασιτῆς ὑγείας τοῦ Βαλερίου χειροτέρεψε δραματικά. Ὁ Floriam Dimitrescu ἦταν αὐτόπτης μάρτυρας ὅταν λιποθύμησε.

«Ἕνα βράδυ ὁ Βαλέριος εἶχε τρομερὸ βήχα καὶ ἔχασε τὶς αἰσθήσεις του. Ὅταν πῆγα κοντά του εἶδα νὰ κάνῃ αἱμόπτυσι. Ὁ Voinea φώναξε νὰ καλέσουν γιατρό. Τὸν πῆραν στὸ ἀναρρωτήριο. Καὶ ἐπειδὴ οἱ ὑπεύθυνοι τῶν φυλακῶν γνώριζαν ὅτι τέτοιοι κρατούμενοι δὲν θὰ ἄντεχαν τὴν “ἐπανεκπαίδευσι”, ἀποφάσισαν νὰ τοὺς στείλουν ἀπὸ τὸ ἀναμορφωτήριο τοῦ Πιτέστι στὸ σανατόριο τοῦ Targu Ocna».

Ὁ Alexandru Virgil Ioanid ἦταν ἀνάμεσα σ᾽ αὐτοὺς ποὺ θὰ ἔστελναν στὸ Targu Ocna καὶ διηγεῖται· «Ὁ Βαλέριος ἦταν σὲ πολὺ ἄσχημη κατάστασι. Μόλις καὶ μετὰ βίας μποροῦσε νὰ σταθῇ στὰ πόδια του. Τοῦ κουβαλούσαμε τὰ πράγματα. Κι ὅμως! Μέσα στὸ φορτηγὸ τῆς ἀστυνομίας μᾶς μιλοῦσε μὲ μάγουλα κόκκινα ἀπὸ τὸν πυρετὸ γιὰ τὴν εὐλογία ποὺ ἔχουμε νὰ ὑποφέρουμε γιὰ τὸ Χριστό, προσθέτοντας ὅτι μοιάζουμε μὲ τοὺς μάρτυρες καὶ θὰ πρέπῃ νὰ ἀντέξουμε τοὺς διωγμοὺς τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεώς μας.

(στὸ ἑπόμενο τὸ τέλος)

[πηγή· περιοδικὸ «The OrthodoxWord»,

τ. 224-225, σσ. 108-155 – μετάφρασι· ἱ. μονὴ Ἁγίου Αὐγουστίνου Φλωρίνης]