Εὐλογημένα καὶ καταραμένα ἐπαγγέλματα

Πρέπει,
ἀγαπητοί μου, νὰ μιλήσω. Ἀλλ᾽ ὑπάρχουν ἆραγε αὐτιὰ ν᾽ ἀκούσουν; Οἱ προφητεῖες ἔλεγαν, ὅτι θά ᾽ρθουν χρόνια πο νηρά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι θά ᾽χουν αὐτιὰ κι αὐτιὰ δὲν θά ᾽χουν(βλ. Ἠσ. 6,10. Ἰερ. 5,21). Πῶς ἐξηγεῖται αὐτό· ἔχουμε αὐτιὰ γιὰ τὸ διάβολο, ν᾽ ἀκοῦμε ὅ,τι αἰσχρὸ καὶ νὰ ξενυχτοῦ με σὲ ῥαδιόφωνα καὶ τηλεοράσεις, ἀλλὰ αὐτιὰ γιὰ τὸ Χριστὸ δὲν ἔχουμε, κλείνουμε τ᾽ αὐτιά μας στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ.

Ἐν τούτοις δὲν ἀπογοητεύομαι. Θὰ κηρύξω καὶ πάλι. Καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω ὅτι, ἂν δὲν μ᾽ ἀκούσουν ὅλοι, θὰ μ᾽ ἀκούσουν οἱ μισοί· κι ἂν δὲν μ᾽ ἀκούσουν οἱ μισοί, θὰ μ᾽ ἀκούσουν εἴκοσι· κι ἂν δὲν μ᾽ ἀκούσουν εἴκοσι, θὰ μ᾽ ἀκούσουν δέκα· κι ἂν δὲν μ᾽ ἀκούσουν δέκα, θὰ μ᾽ ἀκούσῃ ἕνας· κι ἂν δὲν μ᾽ ἀκούσῃ οὔτε ἕνας, ἐγὼ εἶπα καὶ ἐλάλησα, ἁμαρτίαν οὐκ ἔχω.

Μὲ τὴν ἐλπίδα λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ θὰ μιλήσω.

* * *

Τὸ εὐαγγέλιο δι ηγεῖται ἕνα θαῦμα ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.

Στοὺς Ἁγίους Τόπους ὑπάρχει ἡ λίμνη Γεννησαρέτ. Στὶς ὄχθες της σὲ φτωχικὲς καλύβες κατοικοῦ σαν ψαρᾶδες. Ἔρριχναν τὴ νύχτα τὰ δίχτυα τους καὶ μὲ τὰ ψάρια ποὺ ἔπιαναν συντηροῦσαν τὶς οἰκογένειές των. Ἐκεῖ λοιπὸν πῆγε ὁ Χριστός μας, μαζεύτηκε πολὺς κόσμος κι ἄκουγαν τὰ χρυσᾶ του λόγια.

Ὅταν τελείωσε τὴ διδασκαλία ὁ Χριστὸς λέει στὸν Πέτρο· ῾Ρίξε τὰ δίχτυα νὰ ψαρέψῃς. ―Κύριε, λέει ὁ Πέτρος, ὅλη νύχτα ―γιατὶ νύχτα γίνεται τὸ ψάρεμα― κοπιάσαμε μὰ τίποτα δὲν πιάσαμε, καὶ θὰ πιάσουμε τώρα τὴν ἡμέρα; Ἀλλ᾽ ἀφοῦ τὸ λὲς ἐ σύ, ὑπακούω. Ὑποτάσσεται λοιπὸν στὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ, ῥίχνει τὰ δίχτυα, κι αὐτὰ γέμισαν τόσο ποὺ κινδύνευαν νὰ σχιστοῦν· φόρτωσαν δύο πλοῖα μὲ ψάρια. Καὶ θαύ μα σε ὁ Πέτρος κι ὅσοι ἦταν μαζί του· «θάμβος περιέσχεν αὐ τὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ» (Λουκ. 5,9).

* * *

Αὐτὸ εἶνε τὸ θαῦμα τοῦ Χριστοῦ μας στὴ Γεννησαρέτ. Καὶ μόνο ἐκεῖ; Διαρκῶς θαύματα κάνει ὁ Χριστός. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔχουμε αὐτιὰ ν᾽ ἀκούσουμε καὶ μάτια νὰ δοῦμε τὰ θαύματά του. Ὅλα, ἀπὸ τὰ μικρότερα μέχρι τὰ μεγαλύτερα, εἶνε δικά του δημιουργήματα. Πάρτε ἕνα παράδειγμα. Σπέρ νουμε σιτάρι· τί εἶνε ἕνα κουκκὶ σιτάρι; ἕνα ἐλάχιστο πρᾶγμα. Κι ὅμως μέσα στὸν σπόρο αὐ τόν, σ᾽ ἕνα κουκκί, ὑπάρχει – τί; ζωή, δύναμις τεραστία. Αὐτὸς ὁ ἕνας σπόρος, ὅταν τὸν σπεί ρῃς, μεγαλώνει, γίνεται στάχυς· κι ὁ ἕνας σπό ρος γίνεται τριάντα - ἑξήντα - ἑκατό, κι ὁ κάμ πος μοιάζει μὲ πράσι νη θάλασσα. Ἐρωτῶ λοιπόν· ἡ ἐπιστήμη, γιὰ τὴν ὁποία καυχῶνται πολλοί, μπορεῖ νὰ φτειά ξῃ ἕνα σπόρο; Ὄχι. «Θάμβος» προκαλεῖ τὸ με γαλεῖο τῆς φύσεως, θαμπώνεται ὁ ἄνθρωπος.

Θαύματα κάνει ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ! Εἴ δατε; Τὴν πρώτη φορὰ δὲν ἦταν ὁ Χριστὸς μαζί τους καί, ἐνῷ κουράστηκαν ὅλη νύχτα, δὲν ἔπιασαν οὔτε λέπι. Τὴ δεύτερη φορά, ὅταν εὐλόγησε ὁ Χριστός, τὰ δίχτυα τους γέμισαν ἀπὸ ψάρια. Ὑπάρχουν λοιπὸν δύο εἰδῶν ἐργασίες· ἐκεῖνες ποὺ εὐλογεῖ κ᾽ ἐκεῖ νες ποὺ δὲν εὐλογεῖ ὁ Χριστός, ὑπάρχουν ἐπαγγέλμα τα εὐλογημένα καὶ ἐ παγγέλματα καταραμένα.

Τὰ πρῶτα καὶ πιὸ εὐλογημένα ἐπαγγέλματα εἶνε ὁ γεωργὸς καὶ ὁ βοσκὸς στὴν ξηρὰ καὶ ὁ ψαρᾶς στὴ θάλασσα. Ἂν λείψουν αὐτά, ὁ κό σμος πέθανε. Τὰ ἄλλα ἐπαγγέλματα ἐμφανίστη καν κατόπιν. Σήμερα ὑπάρχουν στὸν κόσμο πάνω ἀπὸ τρεῖς χιλιάδες ἐπαγγέλματα, ἀπ᾽ τὰ ὁποῖα πολλὰ εἶνε ἄχρηστα. Τὰ πρῶτα καὶ εὐλογημένα ἐκεῖνα ἐπαγγέλματα περιφρονοῦνται.

Τὸ παιδάκι μας; νὰ γίνῃ δάσκαλος, καθηγητής, γιατρός, ἀξιωματικός. Ὄχι γεωργός, ὄχι βοσκός, ὄχι ψαρᾶς. Ἡ γεωργία, ἡ κτηνοτροφία, ἡ ἁλιεία παραμελήθηκαν.

Ἡ ἴδια νοοτροπία ἐπικρατοῦσε καὶ στὴ Ῥωσία. Ἀλλὰ ἕνας εὐφυὴς κυβερνήτης πῆγε μιὰ μέρα στὸ πανεπιστήμιο τῆς Μόσχας καὶ ρώτησε τοὺς φοιτητάς. ―Πίνετε γάλα; ―Πῶς! —Τρῶτε κρέας; —Πῶς! —Ξέρω ὅτι γιὰ τὸ ψη τὸ χοιρινὸ γλείφετε καὶ τὰ δάχτυλά σας, θέλω ὅμως νὰ σᾶς ρωτήσω· ποιός ἀπὸ σᾶς βόσκη σε χοίρους, γίδια, πρόβατα; Κανείς. Δὲν εἶνε σωστὸ αὐτό. Ὁρίζω λοιπόν, ὅτι δὲν θὰ πά ρῃ κανείς δίπλωμα (δασκάλου, καθηγητοῦ, ἐπι στήμονος), ἐὰν δὲν δουλέψῃ προηγουμένως τρεῖς μῆνες σὲ κολχόζ. Θὰ βοσκήσετε, θὰ φέρετε βεβαίωσι ἀπὸ τὸ κολχόζ, καὶ μετὰ θὰ πάρετε τὸ δίπλωμά σας… Δὲν τὸ λέμε αὐτὸ διότι θαυμάζουμε τὸ ἀ θεϊστικὸ σύστημα, ἀλλὰ διότι ἡ ἐνέργεια αὐτὴ ἦταν σωστή. Καὶ σήμερα οἱ ῾Ρῶσοι, ὕστερα ἀπὸ ἑβδομηνταπέντε χρόνια, ἐπανέρχονται στὴν χριστιανικὴ πίστι.

Ἐνῷ ὅμως περιφρονοῦνται τὰ εὐλογη μένα ἐ παγγέλματα, τώρα «εὐδοκιμοῦν» πολλὰ καταραμένα ἐπαγγέλματα. Ποιά;

Πρὸ καιροῦ ἦρθε κάποιος στὴ μητρόπολι καὶ ἔκλαιγε. Τὸν ρώ τησα τί ἔχει, καὶ μοῦ

λέει· ―Πῆγα στὴ Γερμανία, δούλεψα σκληρὰ μέσ᾽ στὰ ἐργοστάσια καὶ μάζεψα μερικὰ μάρκα. Ὅταν ἦρθα στὸ χωριό, μοῦ λέει κάποιος· Ἔλα τὴ νύχτα νὰ διπλασιάσῃς τὰ λεφτά· ἔχεις χίλια μάρκα, νὰ τὰ κάνῃς δυὸ χιλιάδες. ―Πῶς; λέω. ―Θὰ σοῦ ποῦμε. Τὸν παίρνει λοιπὸν καὶ τὸν πάῃ στὸ χαρτοπαίγνιο. Καὶ ἐκεῖ, στὸ «χαρτί», τοῦ πῆραν ὅλα τὰ χρήματα, καὶ τώρα εἶνε ἀπένταρος, δὲν ἔχει ψωμὶ νὰ φάῃ.

  • Τὰ μαγαζιὰ λοιπὸν μὲ τὰ τυχερὰ παιχνίδια (προγνωστικὰ ἀθλητικῶν ἀγώνων, «φρουτάκια», ζάρια, χαρτιά, λέσχες,καζῖνο, ρουλέττες, στοιχή ματα σὲ ἱπποδρόμια, χρηματιστήρια κ.ἄ.), ποὺ ὑπόσχονται μεγάλα κέρδη χωρὶς τὸν τίμιο κόπο καὶ ἱδρῶτα ἀλλὰ μόνο μὲ ἐ πίκλησι τῆς «θεᾶς» τύχης, εἶνε καταραμένες ἐργασίες.
  • Ἐπίσης τὰ ποικίλα κέντρα ἢ ἐπικοινωνιακὰ μέσα ψυχοφθόρου δι ασκεδάσεως (σκυλάδικα, μπάρ, ντισκοτέκς, χοροὶ γυμνώσεως, οἶ κοι ἀνοχῆς, στρατόπεδα γυμνιστῶν, βιντεοκλάμπ, «ρὸζ τη λέφωνα», πορνογραφία κ.τ.λ.), ποὺ ἐμπορεύονται τὴ γυναικεία ἰδίως σάρκα, εἶνε καταραμένες ἐργασίες.
  • Τὰ ποικίλα ἄλλα ἀθέμιτα ἐμπόρια (ποτῶν, ναρκωτι κῶν οὐσιῶν καὶ ὡρισμένων φαρμάκων καὶ φυτοφαρμάκων, μεταλλαγμένων τρο φῶν, ἀκουσμά των, θεαμάτων, πολεμικῶν ὅ πλων, δούλων, ἀν ηλίκων, λευκῆς σαρκός, ὀρ γάνων σώματος γιὰ μεταμοσχεύσεις κ.ἄ.), ποὺ ἐπιβουλεύον ται τὴν ὑγεία καὶ τὴ ζωὴ τοῦ κόσμου, εἶνε καταραμένες ἐργασίες.
  • «Τέχνες» καὶ «ἐπιστῆμες» ποὺ ἐργάζονται μὲ στόχο τὴν ἐξαπάτησι, τὴν ἀλλοίωσι τῆς νοοτροπίας τοῦ ἀν θρώπου καὶ τῆς φυσιογνωμί ας τοῦ λαοῦ, ἀκόμη καὶ τὴν μείωσι τοῦ πληθυσμοῦ (πυρηνικὲς δοκιμές, τρομοκρατία, πλη ρω μένη δημοσιογραφία, στρατευμένος κινηματο γράφος, θέ ατρο, ἀπομίμησις, ταχυδα κτυλουρ γία, ἐπαιτεία, μεταμφίεσις, ἰατρι κὲς ἐγχειρήσεις ἀλλαγῆς φύλου, ἀθέμιτες γενετικὲς πεμβάσεις ὅπως κλωνοποίησις κ..), εἶνε θέ μιτες καὶ καταραμένες ἐργασίες.

Γέμισε κόσμος ἀπὸ ἐπιχειρήσεις καὶ μαγαζιά, ποὺ οἱ ὑπηρε σίες ποὺ προσφέρουν εἶνε ὄχι περιττὲς ἀλλὰ φθοροποιὲς καὶ καταστρεπτικές. Πλῆθος ἄνθρωποι (ἄντρες, γυναῖκες, ἀκόμη καὶ παιδιά), ἐπιδίδονται σὲ εἰδικότητες πρωτάκουστες καὶ ἀπ᾽ αὐτὲς βγάζουν χρῆμα. Ὅλοι αὐτοὶ δουλεύουν γιὰ τὴν ἐξαχρείωσι τῆς κοινωνίας, τὸ σάπισμα τοῦ κόσμου, τὴν κα τάρρευσι τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶνε ἐπαγγέλματα ποὺ ἀπαγορεύει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.

* * *

Ἀγαπητοί μου! Εὐλογημένος ὁ γεωργὸς κ᾽ εὐλογημένος ὁ τσοπᾶνος κ᾽ εὐλογημένος ὁ ψαρᾶς, τὰ ἐπαγγέλματα ποὺ ἔδωσε ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ ζοῦν οἱ ἄνθρωποι. Ν᾽ ἀγαπᾶτε τὴν ἐργασία· Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο δουλειά! Ξημέρωσε ὅμως Κυριακή; βγῆκε ὁ ἥλιος; χτύπησε καμπάνα; Στὸπ ἡ ἐργασία καὶ φτερὰ στὰ πόδια γιὰ τὴν ἐκκλησία. Ἑκατὸν ἑξηνταοχτὼ ὧρες ἔχει ἡ ἑβδομάδα·μιὰ ὥρα βαστάει ἡ θεία λειτουργία ἀπὸ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία…» μέχρι τέλος.

Ἔλα λοιπὸν μιὰ ὥρα, νὰ πῇς ἕνα «Δόξα σοι, ὁ Θεός», νὰ πῇς ἕνα «Κύριε, ἐλέησον», νὰ πῇς ἕνα «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου» (Λουκ. 15,21), ἕνα «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου»(Λουκ. 23,42). Ἂν τὸ πῇς αὐτό, μαῦρος θὰ μπῇς- ἄσπρος θὰ βγῇς. Θεία εὐλογία εἶνε μέσα ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μας.

Μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὅλοι εἶστε ἀγαπημένοι καὶ ἑνωμένοι καὶ ζῆτε ὅπως θέλει ὁ Θεός, μὲ τὴν ἐλπίδα αὐτὴ ζῶ κ᾽ ἐγώ, ποὺ ὑπηρετῶ ἑξήν τα χρόνια κ᾽ ἔχω ἀνεβῆ τὰ ψηλὰ βουνὰ καὶ ὑπερ ήσπισα πίστι καὶ πατρίδα· καὶ σᾶς λέγω - προφητεύω ὅτι, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων, ἡ Μακεδονία μας ἦτο, εἶνε καὶ θά ᾽νε πάντα ἑλληνική.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν

ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Ξινοῦ Νεροῦ - Ἀμυνταίου τὴν 26-9-1993)