Ἱερόθεος ὁ οὐρανοβάμων

Ἀναμνήσεις τοῦ ἡγουμένου τῆς ἱ. Μονῆς Δοχειαρίου Ἁγ. Ὄρους ἀρχιμ. Γρηγορίου Ζουμῆ τοῦ Παρίου

 

Καταγότανε ἀπὸ τὸ νησὶ τῆς Σύρου. Ἤτανε καὶ αὐτὸ γεώργιο τῆς Λογγοβάρδας. Σὰν κοσμοπολίτικο κέντρο τῆς μι κρῆς Ἑλλάδος, ἔδινε πολλὲς εὐκαιρίες νὰ τὸ ἐπισκέπτονται οἱ γέροντες.

Εὐλαβεῖς οἰκογένειες, ὅπως ἤτανε τοῦ Μαλατέστα, φι λοξενοῦσαν τοὺς πνευ ματι κοὺς καὶ ἀκροάζοντο τῆς διδασκαλίας τους. Ὁ Κολλυβᾶς συνεδύαζε πάντοτε τὴν διδασκαλία μὲ τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολογήσε ως. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπῆρχε πολὺ κα λὴ μαθήτρια ἡ μητέρα τοῦ παπα-Ἱερόθεου Παραμάνη. Αὐτὴ ἡ ἁγία μάνα γέννησε τὸ παιδὶ αὐ τό, γιὰ νὰ τὸ ἀφιερώσει στὴν Ζωοδόχο Πηγή. Τὸ ἀνέθρεψε μὲ τὰ νάματα τῶν ἁγίων Κολλυβάδων καὶ συνεχῶς τοῦ ἔδειχνε τὴν νῆσο Πάρο σὰν τὴν μελλοντικὴ κατοικία του· ―Ἐκεῖ θὰ καταπαύσεις, παιδί μου. Ἐκεῖ ὑπάρχει εὔδιος λιμένας, ἡ Λογγοβάρδα. Ἐκεῖ οἱ γέροντες θὰ σὲ σπρώξουν –ἔλεγε– γιὰ τὸν οὐρανό.

Ὁ Ἱερόθεος, ὅταν μεγάλωσε, πῆγε στρατιώτης στὴν Καλαμάτα. Ὁ μητροπολίτης, βλέποντας τὴν εὐγένεια τῆς ψυχῆς του, θέλησε νὰ τὸν κρατήσει καὶ ὁ νέος πρὸς στιγμὴν κάπως ἐθέλχθη ἀπὸ τὴν δεσποτικὴ κουβέντα. Ἀλλ᾽ ἡ μάνα ἐπ᾽ οὐδενὶ δὲν τὸ δέ χθηκε. Τὸν ἅρπαξε στὴν κυριολεξία, τὸν ἔφερε στὴν Πάρο, ἄ νοι ξε τὴν πόρτα τοῦ Μοναστηριοῦ, τὸν πέταξε μέσα, ἔκλεισε τὴν πόρτα καὶ ἔφυγε γιὰ τὴν Σύρο. Στὰ τέλη της ἔγινε καὶ αὐτὴ μοναχὴ καὶ εἶχε ὁσιακὸ θάνατο, ὅπως μαρτυροῦν οἱ παρευρεθέντες στὴν τελευτή της.

Ὁ πατὴρ Ἱερόθεος ὑπῆρξε μοναχὸς μεγάλης ἀσκήσεως καὶ ἀκριβείας τοῦ μοναχικοῦ βίου. Τὰ λόγια του ἦταν ὀλίγα καὶ μεστὰ χάριτος. Ἐξήσκησε τὴν νοερὰ προσευχὴ ὅσον ὀλίγοι στὴν ἐποχή του. Ἐγνώριζε πολὺ καλὰ αὐ τὸν τὸν τρόπο ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ μποροῦσε νὰ βοηθήσει τὸν νεοφώτιστο στὴν μοναχικὴ πολιτεία. Ἡ μεταδοτικότητά του τὴν ὥρα τῆς ἐξομολογήσεως ἀνέπαυσε πολλὲς ψυχές. Ἤτανε πολὺ σοβαρὸς ἄνθρωπος καὶ δὲν ἐπέτρεπε στὸν ἑαυτό του οὔτε ν᾽ ἀκούει οὔτε νὰ διηγεῖται ἐ λαφρότητες. Μιλοῦσε γιὰ τοὺς ἁγίους, ποὺ ἐμαρτυροῦντο ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία. Κάτι σύγχρονες ἁγιολογικὲς κινήσεις τὶς θεωροῦσε παραμύθια καὶ ὄχι σοβαρὰ πράγματα γιὰ πνευματικοὺς ἀνθρώπους, κι ἔλεγε χαρακτηριστικά· ―Καὶ ἡ μύγα βγάζει ξύγκι, ἀλλ᾽ εἶναι ἄχρηστο.

Στὴν ἐξομολόγηση βοηθοῦσε τὰ μέγιστα τοὺς νέους μοναχούς. Πίστευε ὅτι κάποια πράγματα βγαίνουν ἀπὸ μέσα μας μό νον κατόπιν πολλῆς προσευχῆς καὶ ἀσκήσεως.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύναμος νὰ ξερριζώσει τὰ πάθη χωρὶς τὴν συνέργεια τῆς θείας Χάριτος. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἔλεγε στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ δὲν ἀφήνοντο στὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ: ―Αὐτὰ ποὺ ἔχεις δὲν βγαίνουν ἀπὸ μέσα σου. Ὅποιος ἤθελε πραγματικὰ νὰ τὸν ἐκτιμήσει, ἔ πρεπε νὰ ἐξομολογηθεῖ στὸν ἴδιο ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ.

Ὁ παπα-Ἱερόθεος ἀνέβαζε τὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο τῆς Μονῆς Λογγοβάρδας περισσότερο καὶ ἀπὸ τὸν γέροντα Φιλόθεο. Εἶχε ὑπ᾽ εὐθύνη του τὴν ἐσωτερικὴ λειτουργία τῆς Μονῆς. Κρατοῦ σε τοὺς νέους σὲ πνευματικὴ ἐπαγρύπνηση. Τὸ μάτι του ἤτανε ἀνύστακτο ἐπάνω τους. Καθόλου δὲν ἤθελε ὁ νέος μοναχὸς νὰ παραμένει ἐπὶ μακρὸν στὸ κελλί του. ―Κοπίασε στὰ νιάτα σου, πρόσθετε κάθε μέρα κόπους πάνω στοὺς κόπους, γιὰ νὰ ἔχεις ἄνεση ὅταν γηράσεις.

Ὅσο μποροῦσε νὰ κουμαντάρει τὰ ἐσωτερικά, τὸ Μοναστήρι ἀνθοῦσε. Ὅταν ἔπεσε, χάθηκε τὸ μεγαλεῖο τῆς λειτουργίας του. Ἡ πατημασιὰ τοῦ παπα-Ἱερόθεου ἤτανε ζωντανὴ παντοῦ· καὶ στὰ

πρακτικὰ πράγματα τῆς Μονῆς καὶ στὰ πνευματικά. Ὁ ἀρρενωπός του χαρακτήρας ἔδινε πνοὴ καὶ ζωὴ στὰ πάντα. Τὶς συντυχίες μὲ τοὺς κοσμικοὺς τὶς ἀπέφευγε.

Οἱ λίγες του κουβέντες ἰσορροποῦσαν τὶς σχέσεις τοῦ Μοναστηριοῦ μὲ τὸν κόσμο. Ὁ ἀγαπητός του κόσμος ἦταν οἱ μοναχοὶ καὶ τὰ Μοναστήρια. Στὴν λατρεία στεκότανε ἀγέρωχος σὰν καβάκι στοὺς ὑδρότοπους. Τὸ πρόσωπό του χανόταν μέσα στὸ κάπνισμα τοῦ πολλοῦ λιβανιοῦ ποὺ θύμιαζε παιχνιδίζοντας μὲ τὸ θυμιατό. (Ἐνῶ ὁ παπα-Δαμιανὸς ἤθελε τὸ θυμιάτισμα ἄφωνο καὶ ἄτονο.) Ἡ φωνή του δὲν ἦταν καθόλου μελωδική. Ἦταν σὰν φωνὴ ὑδάτων πολλῶν, ποὺ ἀφύπνιζε τὸν ἄνθρωπο τῆς καλοπέρασης. Ἐργαζότανε συνεχῶς καὶ ἀόκνως. Σὲ μιὰ ἐπίσκεψή μου στὸ Μοναστήρι, ἄκου σα τὴν εὐχὴ νὰ βγαίνει μέσα ἀπὸ πίθο. Κοίταξα τὸν γέροντα νὰ ἔ χει κάψει ἕνα μεγάλο κρασοβάρελο καὶ νὰ εἶναι μέσα νὰ τὸ ξύνει.

―Ἔ, γέροντα Ἱερόθεε, ἀκόμηδουλεύεις;

―Παρακαλῶ τὸν Θεὸν νὰ μ᾽ἔχει καλὰ νὰ ἐργάζομαι, γιὰ νὰ μένει χρόνος στοὺς νεωτέρους ἀδελφούς μου νὰ μελετοῦν καὶ νὰ προσεύχονται.

Ἐργάστηκε ἐκ τοῦ ἀφανοῦς καὶ γιὰ τὰ δύο γυναικεῖα Μοναστήρια τῆς Πάρου. Ἐφημέρευε σ᾽ ὅλες τὶς γιορτὲς στὴν Μονὴ τοῦ Δάσους μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ ὑπευθυνότητα. Βοήθησε στὸ κτίσιμο τῆς Μονῆς Θαψανῶν. Παρὰ τὴν ἡλικία του, δούλεψε φτυάρι καὶ μαλὰ περισσότερο κι ἀπὸ ἐρ γάτης. Ὅταν ὅμως ἔβλεπε τὰ γυναικεῖα Μοναστήρια νὰ ξεφεύγουν ἀπὸ τὴν παράδοση, τὰ ἀ ποκαλοῦσε τουριστικὲς λαῦρες. Κάποτε τοῦ ἔδειξαν φωτογραφίες ἀπὸ γυναικεῖο Μοναστήρι μὲ τὴν παράσταση τοῦ Γολγοθᾶ μὲ πετρίτσες καὶ λουλουδάκια. Καὶ εἶπεν ὁ γέρων· ―Αὐτὲς οἱ δύστυχες δὲν ἐγκατέλειψαν ἀκόμα τὸν χῶρο τους.

Τὰ δὲ τραγουδάκια τῶν καλογραιῶν καθόλου δὲν ἤθελε νὰ τὰ ἀκούει. Ὑποστήριζε πὼς ὁ μοναχισμὸς εἶναι στάση καὶ τάξη ποὺ ταιριάζει στὴν ἀρ σενικὴ φύση. Ἤθελε τὸν μοναχισμὸ ἀρχαῖο καὶ παραδοσιακό.

Ἀπὸ τὴν πολλὴ δουλειά, τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του ἔτρεμαν τὰ χέρια του. Ἀλλὰ καὶ πάλι κάτι προσπαθοῦσε νὰ φτιάξει. Τὰ γλυκανάλατα δὲν τὰ πήγαινε καθόλου καὶ γι᾽ αὐτὸ καὶ οἱ φαιδρούληδες τὸν ἀποκαλοῦσαν σκληρὸ καὶ ἀδυσώπητο. Ἀλλὰ ἡ σφραγίδα του, παρὰ τὰ χρόνια ποὺ πέρασαν ἀπὸ τὴν κοίμησή του, ἔχει μείνει ἀνεξίτηλος στὸ Μοναστήρι.

Ἡ Λογγοβάρδα εἶναι τραχὺ Μοναστήρι. Δὲν παίζει. Δὲν βάζει νερὸ στὸν οἶνο. Τὸν πίνει πάντα ἄκρατο.