- Ὁ γερμανικὸς «πολιτισμὸς»

Δια-δικτυακὲς ἁλιεύσεις

 

(Ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ στην Ἑλλάδα, ὁ Σουηδὸς Στοῦρε Λιννέρ, στὸ βιβλίο του «Ἡ Ὀδύσσειά μου» γράφει γιὰ τὸ Δίστομο:)
 
Παντρευτήκαμε στὶς 14 Ἰουνίου. Ὁ ὑπεύθυνος τῆς ἑλληνικῆς ἐπιτροπῆς Ἔμιλ Σάντστρομ παρέθεσε γαμήλιο γεῦμα πρὸς τιμήν μας. Ἀργὰ τὸ βράδυ μὲ πλησίασε καὶ μὲ ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὰ γέλια καὶ τὶς φωνές, πρὸς μία γωνιὰ ὅπου θὰ μπορούσαμε νὰ μιλήσουμε οἱ δύο μας. Μοῦ ἔδειξε ἕνα τηλεγράφημα ποὺ μόλις εἶχε λάβει: οἱ Γερμανοὶ ἔσφαζαν γιὰ τρεῖς ἡμέρες τὸν πληθυσμὸ τοῦ Διστόμου, στὴν περιοχὴ τῶν Δελφῶν, καὶ στὴ συνέχεια πυρπόλησαν τὸ χωριό. Πιθανοὶ ἐπιζῶντες εἶχαν ἀνάγκη ἄμεσης βοήθειας. Τὸ Δίστομο ἦταν μέσα στὰ ὅρια τῆς περιοχῆς τὴν ὁποία, τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἤμουν ἁρμόδιος νὰ τροφοδοτῶ μὲ τρόφιμα καὶ φάρμακα. Ἔδωσα μὲ τὴ σειρά μου τὸ τηλεγράφημα στὴν Κλειὼ νὰ τὸ διαβάση, ἐκείνη ἔγνεψε κ᾽ ἔτσι ἀποχωρήσαμε διακριτικὰ ἀπὸ τὴ χαρούμενη γιορτή.

Περίπου μιὰ ὥρα ἀργότερα ἤμασταν καθ᾽ ὁδὸν μέσα στὴ νύχτα. Ἀπαιτήθηκε ἀνυπόφορα μεγάλο χρονικὸ διάστημα ἕως ὅτου διασχίσουμε τοὺς χαλασμένους δρόμους καὶ τὰ πολλὰ μπλόκα γιὰ νὰ φτάσουμε, χαράματα πιά, στὸν κεντρικὸ δρόμο ποὺ ὡδηγοῦσε στὸ Δίστομο. Ἀπὸ τὶς ἄκρες τοῦ δρόμου ἀνασηκώνονταν γύπες ἀπὸ χαμηλὸ ὕψος, ἀργὰ καὶ ἀπρόθυμα, ὅταν μᾶς ἄκουγαν ποὺ πλησιάζαμε. Σὲ κάθε δέντρο, κατὰ μῆκος τοῦ δρόμου καὶ γιὰ ἑκατοντάδες μέτρα, κρεμόντουσαν ἀνθρώπινα σώματα, σταθεροποιημένα μὲ ξιφολόγχες, κάποια ἐκ τῶν ὁποίων ἦταν ἀκόμη ζωντανά. Ἦταν οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ ποὺ τιμωρήθηκαν μ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο: θεωρήθηκαν ὕποπτοι γιὰ παροχὴ βοήθειας στοὺς ἀντάρτες τῆς περιοχῆς, οἱ ὁποῖοι ἐπιτέθηκαν σὲ δύναμι τῶν Ἒς-Ἔς.

Ἡ μυρωδιὰ ἦταν ἀνυπόφορη. Μέσα στὸ χωριὸ σιγόκαιγε ἀκόμη φωτιὰ στὰ ἀποκαΐδια τῶν σπιτιῶν. Στὸ χῶμα κείτονταν διασκορπισμένοι ἑκατοντάδες ἄνθρωποι κάθε ἡλικίας, ἀπὸ ὑπερήλικες ἕως νεογέννητα. Σὲ πολλὲς γυναῖκες εἶχαν σχίσει τὴ μήτρα μὲ τὴν ξιφολόγχη καὶ εἶχαν ἀφαιρέσει τὰ στήθη, ἄλλες κείτονταν στραγγαλισμένες, μὲ τὰ ἐντόσθια τυλιγμένα γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό. Φαινόταν σὰν νὰ μὴν εἶχε ἐπιζήσει κανείς.

Μὰ νά! Ἕνας παπποῦς στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ! Ἀπὸ θαῦμα εἶχε καταφέρει νὰ γλιτώση τὴ σφαγή. Ἦταν σοκαρισμένος ἀπὸ τὸν τρόμο, μὲ ἄδειο βλέμμα, τὰ λόγια του πλέον μὴ κατανοητά. Κατεβήκαμε στὴ μέση τῆς συμφορᾶς καὶ φωνάζαμε στὰ ἑλληνικά· «Ἐρυθρὸς Σταυρός! Ἐρυθρὸς Σταυρός! Ἤρθαμε νὰ βοηθήσουμε».

Ἀπὸ μακριὰ μᾶς πλησίασε διστακτικὰ μία γυναίκα. Μᾶς ἀφηγήθηκε ὅτι ἕνας μικρὸς ἀριθμὸς χωρικῶν πρόλαβε νὰ διαφύγη προτοῦ ξεκινήση ἡ ἐπίθεσι. Μαζὶ μ᾽ ἐκείνη ἀρχίσαμε νὰ τοὺς ψάχνουμε. Ἀφοῦ ξεκινήσαμε οἱ τρεῖς μας, διαπιστώσαμε ὅτι [ἡ γυναίκα] εἶχε πυροβοληθῆ στὸ χέρι. Τὴ χειρουργήσαμε ἀμέσως μὲ χειρουργὸ τὴν Κλειώ. Ἦταν τὸ ταξίδι τοῦ μέλιτός μας. 


Καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Πολιτισμός:
Λίγο καιρὸ ἀργότερα ἡ ἐπαφή μας μὲ τὸ Δίστομο θ᾽ ἀποκτοῦσε καὶ ἕναν ἀξιοσημείωτο ἐπίλογο. Ὅταν τὰ γερμανικὰ στρατεύματα κατοχῆς ἀναγκάστηκαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν Ἑλλάδα, δὲν πῆγαν καὶ τόσο καλὰ τὰ πράγματα, ἀφοῦ μία γερμανικὴ μονάδα κατάφερε νὰ περικυκλωθῆ ἀπὸ ἀντάρτες ἀκριβῶς στὴν περιοχὴ τοῦ Διστόμου. Σκέφτηκα ὅτι αὐτὸ ἴσως θεωρηθῆ ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες ὡς εὐκαιρία γιὰ αἱματηρὴ ἐκδίκησι, πόσο μᾶλλον ποὺ ἡ περιοχὴ ἐδῶ καὶ καιρὸ εἶχε ἀποκοπῆ ἀπὸ κάθε παροχὴ βοηθείας σὲ τρόφιμα. Ἑτοίμασα λοιπὸν φορτηγὰ μὲ τὰ ἀναγκαῖα τρόφιμα, ἔστειλα μήνυμα στὸ Δίστομο γιὰ τὴν ἄφιξί μας καὶ ἔτσι βρεθήκαμε στὸ δρόμο γιὰ ἐκεῖ, γιὰ ἄλλη μία φορά, ἡ Κλειὼ καὶ ἐγώ.

Ὅταν φτάσαμε στὰ ὅρια τοῦ χωριοῦ, μᾶς συνάντησε μία ἐπιτροπή, μὲ τὸν παπᾶ στὴ μέση. Ἕναν παλαιῶν ἀρχῶν πατριάρχη, μὲ μακριὰ κυματιστὴ λευκὴ γενειάδα. Δίπλα του στεκόταν ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἀνταρτῶν, μὲ πλήρη ἐξάρτησι. Ὁ παπᾶς πῆρε τὸ λόγο καὶ μᾶς εὐχαρίστησε ἐκ μέρους ὅλων ποὺ ἤρθαμε μὲ τρόφιμα. Μετὰ πρόσθεσε: «Ἐδῶ εἴμαστε ὅλοι πεινασμένοι, τόσο ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ὅσο καὶ οἱ Γερμανοὶ αἰχμάλωτοι. Τώρα, ἐὰν ἐμεῖς λιμοκτονοῦμε, εἴμαστε τουλάχιστον στὸν τόπο μας. Οἱ Γερμανοὶ δὲν ἔχουν χάσει μόνο τὸν πόλεμο, εἶναι ἐπὶ πλέον καὶ μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα τους. Δῶστε τους τὸ φαγητὸ ποὺ ἔχετε μαζί σας, ἔχουν μακρὺ δρόμο μπροστά τους». Σ᾽ αὐτή του τὴ φράσι γύρισε ἡ Κλειὼ τὸ βλέμμα της καὶ μὲ κοίταξε. Ὑποψιαζόμουν τί ἤθελε νὰ μοῦ πῆ μ᾽ αὐτὸ τὸ βλέμμα, ἀλλὰ δὲν ἔβλεπα πλέον καθαρά. Ἁπλὰ στεκόμουν κ᾽ ἔκλαιγα.
 
 
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἡ Μαύρη Βίβλος τῆς Ἀντίστασης»