- «ΠΑΛΙΝ ΗΡΩΔΙΑΣ ΜΑΙΝΕΤΑΙ, ΠΑΛΙΝ ΤΑΡΑΤΤΕΤΑΙ»

Ἐκ τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων καὶ Παραθρησκειῶν τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Πειραιῶν 

Β΄
Τὸ Πατριαρχεῖο φύλαξ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως; 

Τὸ πατριαρχικὸ κείμενο ἀναφέρει ἐπίσης, ὅτι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο πάντοτε ὑπῆρχε ἀνὰ τοὺς αἰῶνας καὶ ὑπάρχει μέχρι σήμερα κῆρυξ, προασπιστὴς καὶ φύλαξ τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καὶ ὅτι δίδει τὴν Ὀρθόδοξη μαρτυρία πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν «ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποχωρήσεως ἐκ τῶν καιρίων τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν Ὀρθοδόξου πίστεως». Ἂς μᾶς ἐπιτρέψη ὁ Παναγιώτατος, μὲ ὅλο τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν τιμή, ποὺ ἁρμόζει στὸ πατριαρχικὸ ἀξίωμά του καὶ στὸν θεσμικό του ρόλο, νὰ θέσουμε πρὸς αὐτὸν κάποια ἐρωτήματα δημοσίως, καὶ ἂς μὴν ἀπαξιώση νὰ δώση μίαν ἀπάντηση σ᾽ ἐμᾶς τοὺς οὐτιδανοὺς καὶ ἐλαχίστους, ποὺ ἀποτελοῦμε ὁμαδοποιημένα πρόσωπα «μικρᾶς ἐμβελείας», «ἀμελητέες» ποσότητες:

1) Μὲ ὅσα ὑπέγραψαν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν Ζ΄ Γενικὴ Συνέλευση τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου τὸν Ἰούλιο τοῦ 1993 στὸ Balamand τοῦ Λιβάνου, ἔδωσαν πράγματι τὴν Ὀρθόδοξη μαρτυρία καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι εἶναι φύλακες τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως χωρὶς νὰ κάνουν καμμία ὑποχώρηση στὰ καίρια της πίστεως; Δὲν νομίζουμε. Διότι ὅπως διατυπώνεται στὸ κείμενο: «Ἑκατέρωθεν ἀναγνωρίζεται, ὅτι ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς εἰς τὴν Ἐκκλησία του (ὁμολογία τῆς ἀποστολικῆς πίστεως, μετοχὴ εἰς τὰ αὐτὰ μυστήρια, κυρίως εἰς τὴν μίαν ἱερωσύνην τὴν τελοῦσαν τὴν μίαν θυσίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀποστολικὴ διαδοχὴ τῶν ἐπισκόπων), δὲν δύνανται νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἀποκλειστικὴ ἰδιοκτησία μιᾶς τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν. Εἶναι σαφές, ὅτι ἐντὸς τοῦ πλαισίου τούτου ἀποκλείεται πᾶς ἀναβαπτισμός. Διὰ τοῦτον ἀκριβῶς τὸν λόγον ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουν ἑαυτὰς ἀμοιβαίως ὡς ἀδελφὰς Ἐκκλησίας, ἀπὸ κοινοῦ ὑπευθύνους διὰ τὴν τήρησιν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ πιστότητι πρὸς τὴν θείαν οἰκονομίαν, ἰδιαίτατα ὡς πρὸς τὴν ἑνότητα»[11](παράγρ. 13,14). Ὅπως γίνεται ὁλοφάνερο ἀπὸ τὸ κείμενο, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν οὐσιαστικὰ ἀρνοῦνται, ὅτι μόνον ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ὅπως δηλαδὴ ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Δέχονται, ὅτι συναποτελεῖ μὲ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ τὴν Μία Ἐκκλησία (Una Sanctam), γίνεται ἀμοιβαία ἀναγνώριση τῶν μυστηρίων, τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς καὶ τῆς ἀποστολικῆς πίστεως. Ὅπως εὔστοχα παρατηρεῖ κορυφαῖος θεολόγος τῶν ἡμερῶν μας: «Ἡ διδασκαλία τῶν μεγάλων ἁγίων καὶ Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περὶ τοῦ ὅτι οἱ Λατῖνοι εἶναι σχισματικοὶ καὶ αἱρετικοὶ συγχρόνως,
ἐγκατελείφθη καὶ ἠχρηστεύθη. Εἶναι λοιπὸν ἀποστολικὴ πίστις τὸ filioque, τὸ πρωτεῖο καὶ τὸ ἀλάθητον τοῦ Πάπα, τὸ καθαρτήριον πῦρ, τὰ ἄζυμα, ἡ κτιστὴ Θεία Χάρις, ἡ διάσπασις τῶν μυστηρίων τῆς μυήσεως καὶ ἡ πληθὺς τῶν ἄλλων καινοτομιῶν;… Πῶς θεωροῦμε ἀφ᾽ ἑνὸς τὴν Ρώμη αἱρετικὴ καὶ σχισματική, μὴ δυναμένην ὡς ἐκ τούτου νὰ μετάσχη τῆς κοινωνίας τοῦ κοινοῦ Ποτηρίου καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου νὰ δεχώμεθα αὐτὴν πλήρως ὡς ἀδελφὴν Ἐκκλησίαν;»[12].
Ἂν δεχθοῦμε τὸ κείμενο αὐτό, Παναγιώτατε, τότε θὰ πρέπη κατ᾽ ἀνάγκην νὰ ἀπορρίψουμε τοὺς μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ καταπολέμησαν τὶς παπικὲς αἱρέσεις, Μέγα Φώτιο, ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ, ἅγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικὸ κ.ἄ., πρᾶγμα τὸ ὁποῖο βέβαια ποτέ δὲν θὰ πράξουμε.

2) Μὲ ὅσα ὑπέγραψαν οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν Θ΄ Γενικὴ Συνέλευση τοῦ Π.Σ.Ε. στὸ Porto Alegre τῆς Βραζιλίας τὸ 2006 ἔδωσαν πράγματι τὴν Ὀρθόδοξη μαρτυρία καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι εἶναι φύλακες τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως χωρὶς νὰ κάνουν καμμία ὑποχώρηση στὰ καίρια τῆς πίστεως; Δυστυχῶς καὶ πάλιν ὄχι. Στὴν ἐν λόγω συνέλευση ἔγιναν ἀμοιβαίως ἀποδεκτὰ μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἀκόλουθα: α) «Εἴμαστε μία ἀδελφότητα Ἐκκλησιῶν, ποὺ ὁμολογοῦν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς Θεὸ καὶ Σωτήρα σύμφωνα μὲ τὶς Γραφὲς καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἐπιζητοῦμε νὰ ἐκπληρώσουμε τὴν κοινή μας κλήση, νὰ συμμετέχουμε στὴ δόξα τοῦ ἑνὸς Θεοῦ, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[13]. Ἑπομένως δὲν εἴμαστε μόνον ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἡ Μία Ἁγία Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἀλλὰ ὅλες μαζὶ οἱ 340 ψευδοεκκλησίες τοῦ Π.Σ.Ε. β) «Κάθε Ἐκκλησία ἐκπληρώνει τὴν καθολικότητά της, ὅταν εἶναι σὲ κοινωνία μὲ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες»[14]. Ἑπομένως, γιὰ νὰ ἐκπληρώσουμε ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι τὴν καθολικότητά μας, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ εἴμαστε σὲ κοινωνία μὲ αὐτὲς τὶς ψευδοεκκλησίες. Ὁ θεόπνευστος λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «τίς κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;» (Β΄ Κορ. 6,14) δὲν ἰσχύει πλέον γιὰ τοὺς Οἰκουμενιστές. γ) «Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὴ ἐκφράστηκε ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους, εἶναι μία, ὅπως ἀκριβῶς ἕνα εἶναι καὶ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Παρὰ ταῦτα εἶναι θεμιτὸ ἡ πίστη αὐτὴ νὰ διατυπώνεται μὲ διαφορετικοὺς τρόπους»[15]. Δηλαδὴ οἱ ποικίλες αἱρετικὲς διδασκαλίες τῶν Προτεσταντῶν θεωροῦνται ὡς διαφορετικοὶ τρόποι ἐκφράσεως τῆς ἰδίας πίστεως καὶ ὡς ποικιλία τῶν χαρισμάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος. δ) «Τὸ ὅτι ὅλοι μας ἀπὸ κοινοῦ ἀνήκουμε στὸ Χριστὸ διὰ τοῦ Βαπτίσματος εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος δίνει τὴν δυνατότητα στὶς Ἐκκλησίες καὶ τὶς καλεῖ νὰ συμβαδίσουν ἀκόμη καὶ ὅταν διαφωνοῦν»[16]. Δηλαδὴ μία παράδοση αἰώνων, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ αἵρεση θεωρεῖται ἔκπτωσις ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, πνευματικὸς θάνατος, ξένο σῶμα ἀποβλητέο ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας μὲ συνόδους καὶ ἀναθέματα, σωριάζεται σὲ ἐρείπια. Τώρα πλέον ἡ Ὀρθοδοξία καλεῖται νὰ ἀκολουθήση καινούργια γραμμή, καινούργιο δόγμα. Τὸ δόγμα τῆς συμπορεύσεως καὶ συμβαδίσεως μὲ τὶς αἱρετικὲς ὁμολογίες, ἀκόμη καὶ ὅταν διαφωνεῖ πρὸς αὐτές. Ἐπίσης αὐτὸ ποὺ ὁριοθετεῖ τὴν Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ κοινὴ ὀρθὴ πίστις καὶ ἡ ἀποστολικὴ παράδοσις, ἀλλὰ τὸ Βάπτισμα. Σὲ ἄλλο σημεῖο διατυπώνεται: «ὑπάρχουν μερικοί, ποὺ δὲν χρησιμοποιοῦν νερὸ στὴν ἱεροτελεστία τοῦ Βαπτίσματος, ἀλλὰ μετέχουν στὴν πνευματικὴ ἐμπειρία τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς»[17]. Ἡ ἐντολὴ δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ πρὸς τοὺς μαθητές του: «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» δὲν σημαίνει τίποτε γιὰ τοὺς Οἰκουμενιστὲς καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφαρμόζεται.

3) Μὲ ὅσα διατυπώσατε στὴν ἐπίσημη ὁμιλία σας ἐπ᾽ εὐκαιρίᾳ τῆς 60ῆς ἐπετείου ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Π.Σ.Ε. τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2008 στὴν Γενεύη τῆς Ἑλβετίας, ὅπου ἡ ἕδρα τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, δώσατε πράγματι τὴν Ὀρθόδοξη μαρτυρία, ὡς φύλαξ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως; Δὲν νομίζουμε. Διότι στὴν ὁμιλία σας μεταξὺ ἄλλων διατυπώνετε: «Ἐπιβάλλεται ἵνα ἀναζωπυρωθεῖ καὶ ἐνισχυθεῖ πρὸ παντὸς ἡ ἀγάπη μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν, μὴ λογιζομένων ἀλλήλας ὡς ξένας καὶ ἀλλοτρίας, ἀλλ᾽ ὡς συγγενεῖς καὶ οἰκείας ἐν Χριστῷ καὶ συγκληρονόμους καὶ συσσώμους τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ»[18]. Στὴν παραπάνω φράση ὁμιλεῖτε περὶ Ἐκκλησιῶν, ποὺ δὲν πρέπει νὰ θεωροῦνται ξένες μεταξύ τους, ἀλλὰ οἰκεῖες καὶ συγγενεῖς ἐν Χριστῷ. Ἐξηγῆστε μας, σᾶς παρακαλοῦμε, Παναγιώτατε, γιὰ ποιές Ἐκκλησίες ὁμιλεῖτε; Μήπως γιὰ τὶς αἱρετικὲς προτεσταντικὲς ὁμολογίες, μέλη τοῦ Π.Σ.Ε.; Διότι πρὸς αὐτὲς ἀπευθύνεσθε στὴν ὁμιλία σας. Ἂν ἐννοῆτε αὐτές, τότε οἱ προτεσταντικὲς ὁμολογίες δὲν εἶναι πλέον αἱρέσεις, ὅπως διαχρονικὰ πιστεύει ἡ Ἐκκλησία μας καὶ ὅπως μαρτυροῦν πλήθη ἁγίων, ἀλλὰ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες μὲ Ὀρθόδοξη πίστη. Ἐμεῖς περιμέναμε, στὴν ὁμιλία σας αὐτή, νὰ ἀπαριθμήσετε τὶς κακοδοξίες τῶν Προτεσταντῶν καὶ νὰ ὑπογραμμίσετε τὴν ἀνάγκη ἀποκηρύξεώς των, ὡστόσο μὲ ὅσα ἀναφέρετε, τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο πράξατε. Σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ὁμιλίας λέγετε: «αἱ προερχόμεναι ἐκ διαφορετικῶν ὁριζόντων καὶ ἀνήκουσαι εἰς μεγάλην ποικιλίαν θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν παραδόσεων Ἐκκλησίαι ἠδυνήθησαν νὰ διαλεχθοῦν καὶ νὰ προωθήσουν τὴν χριστανικὴν ἑνότητα, ἀνταποκρινόμεναι παραλλήλως καὶ εἰς τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας τῆς συγχρόνου κοινωνίας»[19]. Μὲ ὅσα διατυπώνετε ἐδῶ, ἀφήνετε νὰ ἐννοηθῆ, ὅτι οἱ αἱρετικὲς διδασκαλίες (δόγματα) τῆς κάθε μιᾶς προτεσταντικῆς ὁμολογίας δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ μία ποικιλία θεολογικῶν καὶ ἐκκλησιολογικῶν παραδόσεων. Δηλαδὴ μεταλλάσσετε καὶ μετονομάζετε τὸν ὅρο δόγμα μὲ τὸν ὅρο ἐκκλησιολογικὴ παράδοση. Οἱ ὅροι αὐτοί, Παναγιώτατε, ἔχουν σαφὲς νοηματικὸ περιεχόμενο στὴν δογματικὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ ποτέ δὲν πρέπει νὰ συγχέωνται. Σὲ ἄλλο σημεῖο πάλιν διατυπώνετε, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι διῃρημένη καὶ ὅτι κύρια ἀποστολὴ τοῦ Π.Σ.Ε. εἶναι νὰ ἀφοσιωθῆ στὴν συνέχιση τῆς κοινῆς πορείας πρὸς τὴν ἑνότητα: «Σήμερον ὑπὲρ ποτὲ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ ὕπαρξις ἀδελφικῶν δεσμῶν μεταξὺ τῶν διηρημένων Ἐκκλησιῶν καὶ ἡ γεφύρωσις τῶν διαιρέσεων ἡμῶν»[20]. Ὡστόσο σχετικὰ μὲ τὸ θέμα αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς ἐπισημαίνει: «Ἡ Ἐκκλησία οὖσα καθολική, εἷς καὶ μοναδικὸς θεανθρώπινος ὀργανισμὸς εἰς ὅλους τοὺς κόσμους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρεθῆ. Κάθε διαίρεσις θὰ ἐσήμαινε τὸν θάνατόν της»[21].

Δὲν θὰ θέλαμε νὰ μακρύνουμε περισσότερο τὸν λόγον, ἀπαριθμοῦντες πλῆθος ἄλλων περιπτώσεων μὲ δηλώσεις καὶ λόγους προσώπων τοῦ κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ποὺ κάθε ἄλλο παρὰ μαρτυρία Ὀρθοδόξου πίστεως ἔδωσαν καὶ δίδουν μέχρι σήμερα. Ἀρκούμεθα στὰ παραπάνω, γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἀναγνώστης νὰ διακρίνει ἀπὸ τὸν ὄνυχα τὸν λέοντα.

Καταδικαστικὲς ἀποφάσεις. 

Τέλος τὸ πατριαρχικὸ κείμενο ζητεῖ ἐπισήμως ἀπὸ τὸν Μακαριώτατο καὶ τὴν Ἱερὰ Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας νὰ τοποθετηθῆ συνοδικῶς καὶ νὰ καταδικάση καὶ ἀπορρίψη τὶς κινήσεις καὶ ἐνέργειες τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας (προφανῶς ἐννοεῖ τὴν διοργάνωση τῆς ἡμερίδος καὶ τὴν ἐκφώνηση τῶν ἀναθεμάτων), «ὡς ἀνεδαφικὰς καὶ ἐπικινδύνους», τὶς δὲ θέσεις ποὺ ἐκφράζονται εἰς αὐτὲς ὡς «ἀστήρικτες ἐν πολλοῖς, ἀνορθόδοξες, καὶ ἐρχόμενες εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς συνοδικὰς ἀποφάσεις τῶν ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν». Δηλαδὴ ἡ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καλεῖται νὰ γίνη πειθήνιο ὄργανο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ νὰ προχωρήση σὲ καταδίκες, χωρὶς καμμία ἐξέταση καὶ ἔρευνα τῶν ἀποδιδομένων ὑπὸ τοῦ Φαναρίου κατηγοριῶν. Δὲν ἀφήνει περιθώριο, οὔτε ἐπιτρέπει στὴν Ἱεραρχία νὰ ἐξετάση ἐλεύθερα καὶ ἀνεπηρέαστα τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα, καθ᾽ ὅσον ὑποδεικνύει τὴν ἀπόφαση, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ λάβη. Τέτοιου εἴδους ὅμως ἐνέργειες θυμίζουν παπικὲς νοοτροπίες καὶ σὲ de facto κατάργηση τοῦ Συνοδικοῦ πολιτεύματος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἂς μᾶς ἐπιτραπῆ νὰ ἀπευθυνθοῦμε καὶ πάλι, μὲ ὅλο τὸν σεβασμό, πρὸς τὸν Παναγιώτατο: Πῶς, Παναγιώτατε, φθάσατε στὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ θέσεις ποὺ ἐκφράσθηκαν στὴν ἡμερίδα εἶναι ἀστήρικτες, ἀνορθόδοξες καὶ ἀνεδαφικές, ὅταν μάλιστα αὐτὲς οἱ θέσεις ἐκφράστηκαν ὄχι ἀπὸ τυχαίους ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἀπὸ πανεπιστημιακοὺς διδασκάλους πανελληνίου καὶ παγκοσμίου ἐμβελείας; Διαβάσατε καὶ ἐρευνήσατε τὰ κείμενα τῶν εἰσηγητῶν; Ποῦ βρίσκεται λοιπὸν τὸ ἀνεδαφικό, τὸ ἀνορθόδοξο, τὸ ἀστήρικτο στὶς εἰσηγήσεις αὐτῶν; Πῶς ἔχετε τὴν ἀξίωση νὰ γίνουν δεκτὰ τὰ συμπεράσματά σας αὐτὰ τόσον ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία τῆς Ἑλλάδος, ὅσον καὶ ἀπὸ τὸν πιστὸ λαό, ὅταν δὲν στοιχειοθετοῦνται σὲ ἀδιάψευστα τεκμήρια καὶ ἀποδείξεις; Πολὺ φοβούμεθα, ὅτι ἡ ἀπαίτησή σας γιὰ καταδικαστικὴ ἀπόφαση εἶναι ἀστήρικτη καὶ ἀνεδαφική. 

Περὶ τῶν ὕβρεων πρὸς Ἑβραίους καὶ Μουσουλμάνους. 

Θὰ κλείσουμε τὸ παρὸν κείμενο μὲ τὴν ἀπάντησή μας σὲ μία ἀκόμη κατηγορία, ποὺ διατυπώνουν οἱ καθηγητὲς τοῦ Α.Π.Θ. ἐναντίον τοῦ Σεβασμιωτάτου. Στὴν ἐπιστολή τους ἀναφέρουν, ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος «ἔχει λάβει ὡς συνήθεια νὰ καθυβρίζει σκαιῶς τὴν μουσουλμανικὴ καὶ τὴν ἰουδαϊκὴ Θρησκεία μαζὶ μὲ τοὺς λειτουργοὺς καὶ τοὺς πιστούς τους». Ὁ Σεβασμιώτατος ποτέ δὲν ἐξύβρισε πρόσωπα, Μουσουλμάνους ἢ Ἑβραίους, λειτουργοὺς ἢ πιστούς, ἀλλὰ μὲ ὅσα λέγει ἐπισημαίνει καθηκόντως, συναισθανόμενος τὸ βάρος τῆς εὐθύνης τοῦ ἀπέναντι τοῦ ποιμνίου του, ὅτι οἱ παραπάνω θρησκεῖες, ὡς εὑρισκόμενες μέσα στὸ σκότος τῆς πλάνης, δὲν ὁδηγοῦν στὴν σωτηρία, ἀλλὰ στὴν ἀπώλεια. Ἐφιστᾶ τὴν προσοχὴ τῶν λογικῶν του προβάτων ἀπέναντι στὸν ὑφιστάμενο κίνδυνο, ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ ἀπ. Παύλου: «προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ…» (Πρ. 20,28). Ἡ ἀνάγκη τῶν ἐπισημάνσεων αὐτῶν καθίσταται ὁσημέραι ὅλο καὶ περισσότερον ἀναγκαία, ἂν λάβη κανεὶς ὑπ᾽ ὄψιν του ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν τὸ κῦμα τῶν Μουσουλμάνων κυρίως λαθρομεταναστῶν, ποὺ ἔχουν κατακλύσει τὴν πατρίδα μας, ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ τὸ πνεῦμα τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ, ποὺ κυριαρχεῖ στὶς σύγχρονες πολυπολιτισμικὲς καὶ πολυθρησκευτικὲς κοινωνίες τῆς ἐποχῆς μας, ὅπου οἱ σαφεῖς διαχωριστικὲς γραμμὲς μεταξὺ ἀληθείας καὶ ψεύδους, Ὀρθοδοξίας καὶ ἄλλων θρησκειῶν, τείνουν νὰ καταργηθοῦν. Ἐὰν οἱ ἐπισημάνσεις αὐτὲς ὀνομάζωνται ὕβρεις, τότε, ἢ χάσαμε τὸ νόημα τῶν λέξεων καὶ δὲν γνωρίζουμε τί σημαίνει ὕβρις καὶ τί ἐπισήμανση, ἢ σκοπίμως διαστρέφουμε τὸ νόημά τους. Ἀποροῦμε καὶ προβληματιζόμαστε, πῶς ἡ ἀκαδημαϊκὴ κοινότητα ἀδυνατεῖ νὰ διακρίνη τὴν ποιμαντικὴ σκοπιμότητα τῶν ἀνωτέρω ἐπισημάνσεων. Λυπούμεθα δέ, διότι ἀπὸ πρόσωπα ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ περίμενε κανεὶς τὸν ἔπαινο γιὰ τὴν ὀφειλετικὴ αὐτὴ ἐπαγρύπνηση, δέχεται μύδρους καὶ ἀποδοκιμασίες. Ἰσχυρίζονται ἐπίσης, ὅτι «δὲν πείθουμε διὰ τῶν ὕβρεων γιὰ τὴν εὐαγγελικὴ ἀλήθεια». Εἶναι τόσο δύσκολο νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ ἐλλογιμώτατοι, ὅτι ὁ Σεβασμιώτατος δὲν φιλοδοξεῖ νὰ πείση τοὺς ἀλλοθρήσκους, ἀλλὰ νὰ προφυλάξη τὸ ποίμνιό του; Ἰσχυρίζονται ἀκόμη, ὅτι μὲ τὴν νοοτροπία του αὐτὴ προκαλεῖ «ζημία καὶ δυσχέρεια…στὰ παλαίφατα Πατριαρχεῖα». Ἂς μᾶς ποῦν ἐπὶ τέλους οἱ ἐλλογιμώτατοι, καθ᾽ ὅτι ἀκαδημαϊκοὶ διδάσκαλοι, πότε ζημιώνεται πραγματικὰ ἡ Ἐκκλησία καὶ πότε δοξάζεται. Ὅταν ἁπλῶς συνυπάρχει εἰρηνικὰ μὲ τὶς ἄλλες θρησκεῖες, ἢ ὅταν ἀναδεικνύει μάρτυρες; Δὲν εἶναι λοιπὸν οἱ ἅγιοι μάρτυρες ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ ἅγιος πρωτομάρτυς Στέφανος, γιὰ παράδειγμα, ὁ ὁποῖος ἔδρασε καὶ ἐμαρτύρησε σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ παλαίφατα πατριαρχεῖα, ἐζημίωσε ἢ ἐδόξασε τὴν Ἐκκλησία, ὅταν ἤλεγξε δριμύτατα τὰ μέλη τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Συνεδρίου μὲ τὴν σκληρὴ φράση: «σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν…» (Πρ. 7,51). Σίγουρα, ἂν ζοῦσε σήμερα ὁ ἅγιος Στέφανος καὶ ἔδειχνε μία παρόμοια ὁμολογιακὴ συμπεριφορά, θὰ χαρακτηριζόταν ἀπὸ τοὺς ἐλλογιμωτάτους ὡς ὑβριστὴς τῆς θρησκείας τῶν Ἑβραίων, φανατικὸς καὶ φονταμενταλιστής. Μήπως εἶναι ἀνάγκη οἱ ἐλλογιμώτατοι νὰ κάνουν μία ἀναθεώρηση τῆς ὅλης πορείας των καὶ τῆς ὅλης θεολογίας, τὴν ὁποία διδάσκουν; 

Ἀρχ. Παῦλος Δημητρακόπουλος 

Ὑποσημειώσεις

[11] Ἀντωνίου Παπαδοπούλου, Θεολογικὸς Διάλογος Ὀρθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθολικῶν (Ἱστορία–κείμενα–προβλήματα), Ἔκδ. Ἀδελφῶν Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη-Ἀθήνα 1996, σελ. 205-235.

[12] Θεοδώρου Ζήση πρωτ. καθ. Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Οὐνία· ἡ καταδίκη καὶ ἡ ἀθώωση, Ἔκδ. Βρυέννιος, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 157, 160.

[13] Περιοδ. Θεοδρομία, τεῦχ. 1, Ἰανουάριος - Μάρτιος 2008, ὅ.π. σελ. 133.

[14] Περιοδ. Θεοδρομία,… ὅ.π. σελ. 135-136.

[15] Περιοδ. Θεοδρομία… ὅ.π. σελ. 135.

[16] Περιοδ. Θεοδρομία… ὅ.π. σελ. 137.

[17] Περιοδ. Θεοδρομία… ὅ.π. σελ. 136-137.

[18] Βλ. περιοδ. Θεοδρομία , Ὁμιλία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου ἐπὶ εὐκαιρίᾳ τῆς 60ῆς ἐπετείου ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Π.Σ.Ε., τεῦχ. 1, Ἰανουάριος - Μάρτιος 2008, σελ. 145.

[19] Περιοδ. Θεοδρομία , Ὁμιλία… ὅ.π. σελ. 153.

[20] Περιοδ. Θεοδρομία , Ὁμιλία… ὅ.π. σελ. 153.

[21] Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς, καθ. Πανεπιστημίου Βελιγραδίου, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ Οἰκουμενισμός, Ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρχαγγέλων Τσέλιε, Βάλιεβο, Σερβία, σελ. 80, 82.

Πηγή: http://aktines.blogspot.com/2012/05/ blog-post_6106.html
Comments