- «Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος… θὰ ἔχῃ διαπαντὸς ἀνάγκην τῆς θρησκείας του»

τοῦ (†) Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη 
 
Ο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης πονοῦσε ὅταν ἔβλεπε τὴν Ἑλληνικὴ κοινωνία νὰ ρέπει πρὸς τὸν μιμητισμὸ καὶ τὴν ξενομανία, τὸ νὰ χάσκη τις πρὸς τὰ ξένα καὶ νὰ περιφρονεῖ τὴν Ἑλληνορθόδοξη παράδοσι. Κάποτε τὸν κατηγοροῦν ὅτι τὰ ἔργα του εἶναι κυρίως θρηκευτικά:

«Μὴ θρησκευτικά, πρὸς Θεοῦ! Τὸ Ἑλληνικὸ Ἔθνος δὲν εἶναι Βυζαντινοί, ἐννοήσατε; Οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες εἶναι κατ᾽ εὐθεῖαν διάδοχοι τῶν ἀρχαίων. Ἔπειτα, ἐπολιτίσθησαν, ἐπροώδευσαν καὶ αὐτοί. Συμβαδίζουν μὲ τ᾽ ἄλλα Ἔθνη. Ποίαν ποίησιν ἔχει τὸ νὰ γράφῃς ὅτι ὁ Χριστὸς “δέχεται τὴν λατρείαν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ” καὶ ὅτι ὁ πτωχὸς Ἱερεὺς “προσέφερε τῷ Θεῷ θυσίαν αἰνέσεως”; Καὶ νὰ περιγράφῃς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ ναΐσκου… Δὲν τὰ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς αὐτά. Ἡμεῖς θέλομεν διήγημα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ὅλον ποίησις, ὄχι πεζὴ πραγματικότης…».

Καὶ ἀπαντᾷ:

«Διὰ νὰ δώσωμεν πέρας εἰς τὸ προοίμιον αὐτό, θὰ εἴπωμεν μὲ δύο λέξεις ὅτι: τὸ σημερινὸν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς, τόσον ἐμπρός, ὅσο λέγουν αὐτοί… Ἄγγλος, Γερμανὸς ἢ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἢ ἀναρχικὸς ἢ ἄθεος ἢ ὅ,τιδήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικὸν χρέος του, ἔκτισε μεγάλη πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται, χάριν πολυτελείας, τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλὰ Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἢ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νᾶνον ἀνορθούμενον ἐπ᾽ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ νὰ φανῇ καὶ αὐτὸς γίγας. Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος… θὰ ἔχῃ διαπαντὸς ἀνάγκη τῆς θρησκείας του».

«Δύνασαι, (ἐρωτᾷ τοὺς ἐπικριτές του) νὰ δημοσιεύῃς ἐν ἡμέραις ἑορτῶν διηγήματα ἢ περιγραφές, χωρὶς νὰ κάμνῃς ποσῶς λόγον περὶ τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Πάσχα;».

Καὶ προχωρεῖ εἰς τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθινῆς αἰτίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας τὸν κατακρίνουν· «Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ αἴτιον τῆς δυσφορίας των – καὶ πόσον ἀφελῶς τὸ ὁμολογοῦσι… τὸ ἐξωτερικεύουσι. Νὰ φιλοξενηθῇς ἡγεμονικῶς εἰς τὰ μέγαρα μεγάλου ἄρχοντος, καὶ νὰ μὴ προπίῃς εἰς τιμὴν τοῦ οἰκοδεσπότου! Νὰ ἀπολαύσῃς “ξενίας δεσποτικῆς καὶ ἀθανάτου Τραπέζης” καὶ νὰ μὴ ἀποδώσῃς εὐχαριστίαν εἰς τὸν ἑστιάτορα!…».

«Τὸ ἐπ᾽ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾽ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφίζω μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν μή σου μνησθῶ».
 
(ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Ἐκκλησία» τ. 2/Φεβρ. 2012, σσ. 91-93)