- Δυὸ καλαμιὲς στὰ λιβάδια, γειτονιὰ μὲ τὴν βαγιά Β΄

Ἀναμνήσεις τοῦ ἡγουμένου τῆς ἱ. Μονῆς Δοχειαρίου Ἁγ. Ὄρους

ἀρχιμ. Γρηγορίου Ζουμῆ τοῦ Παρίου
 
 
Οἱ Γέροντες, γιὰ νὰ μὴ ζητοῦμε ἐξόδους, μᾶς εἶχαν ὁ­ρίσει διακονητή, πατέρα σπου­δαῖο στὰ πνευματικά. Θὰ σοῦ διηγηθῶ καὶ τὸ ἔργο τοῦ διακονητοῦ, γιὰ νὰ δῆς πόσο
οἱ πατέρες φρόντιζαν νὰ μᾶς περιχαρακώσουν ἀπὸ τὸ κακό. Κάθε πρωί, μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀκολουθίας, τοποθετούσαμε τὰ καλαθάκια μας στὴν πεζούλα, ποὺ
εὑρίσκετο στὴν ἐξωτερικὴ αὐλὴ τοῦ μοναστηριοῦ, μὲ τὶς παραγγελίες μας γραμμένες στὸ χαρτὶ καὶ τὰ χρήματα χωρὶς ὄνομα. Ἤτανε, βλέπεις, τὸ μοναστήρι ἰδιόρρυθμο καὶ ἔπρεπε μόνες μας νὰ οἰκονομηθοῦμε. Ὅταν ἀφήναμε τὶς παραγγελίες στὰ ἀπρόσωπα καλαθάκια, ἔκλεινε ἡ θύρα τοῦ μοναστηριοῦ. Τότε μόνον ἐρχόταν ὁ διακονητὴς μοναχός, φόρτωνε τὰ καλαθάκια στὸ γαϊδουράκι καὶ ἔφευγε γιὰ τὴν χώρα. Στὴν ἐπιστροφή, ἄφηνε τὰ καλαθάκια στὴν πεζούλα, χτυποῦσε τὸ πλῆ­κτρο τῆς πόρτας καὶ ἐξηφανίζετο. Πολλὲς ἴσως οὔτε τὸ ἀ­νάστημά του δὲν εἴδαμε. Κάποτε, κάποια ξεχασμένη βγῆκε μετὰ τὸ κλείσιμο τῆς πόρτας νὰ συμπληρώση τὴν παραγγελία της. Μόνον ποὺ δὲν τὴν σκότωσε! Καμμιά δὲν ἤθελε νὰ φαίνεται τὴν ὥρα ποὺ ἔφευγε ἢ ἐρχόταν ἀπὸ τὰ ψώνια. Ἡ τάξις αὐτὴ ἐτηρεῖτο μὲ ἀκρίβεια ἀπαρασάλευτη. Οἱ Γέροντες ρώτησαν μοναχό, ποὺ ἐ­χρημάτισε διακονητὴς περὶ τὰ σαράντα χρόνια, ἂν ποτὲ πειράσθηκε.
 
―Μὲ τὴν εὐχή σας οὔτε πρό­σωπο εἶδα οὔτε ὀπίσθια. Καὶ ὁ Θεὸς μὲ φύλαξε ἀκόμη καὶ ἀπὸ ψιλὸ λογισμό.
 
Σ᾽ ἐκεῖνο ποὺ ἰδιαίτερα μὲ βοήθησε ἡ Γερόντισσά μου ἦ­ταν ν᾽ ἀγαπήσω τὸν Χριστὸ μὲ τὴν ἀ­διάλειπτη εὐχή. Καὶ ἀ­λήθεια εἶναι, αὐτὴ μὲ ἔσωζε τὴν ὥρα τῶν πειρασμῶν.
Αὐ­τὴ ἔκανε τὴν καρδιά μου πύρινη.
 
[Καὶ ἔτσι δείχνουν τὰ πρά­γματα. Πρόκοψε πνευματικὰ καὶ κοντά της εἵλκυσε καὶ τὶς δύο ἄλλες ἀδελφές της καὶ στὸ τέλος καὶ τὴν μητέρα της, κι ἔ­τσι ἔγιναν στὸ Κελλὶ τέσσερις. Ὁ ἀδελφός της, μὲ τὶς συνεχεῖς διδαχές της, ἦρθε ἀπὸ τὴν Ἀ­μερικὴ καὶ ἔγινε καὶ αὐτὸς μοναχὸς στὴν μονὴ Λογγοβάρδας μὲ τὸ ὄνομα Μόδεστος.]
 
Μέχρι τὴν ἐγκαθίδρυση τοῦ μητροπολίτου Χερουβείμ, ὅλα πήγαιναν καλὰ στὴν μονὴ Χριστοῦ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν καλογραιῶν ηὔξανε καὶ σὲ ποσότητα καὶ σὲ ποιότητα. Εἶχε σπουδαῖες μοναχὲς τὸ μοναστήρι. Ἡ μοναχὴ Μελάνη, τὴν ὁποία ἔζησα, ὅταν πῆγε στὴν Κρήτη, ἔγινε ὑπόδειγμα Γερόντισσας. Ὅταν στὴν Κρήτη ἤ­θελαν νὰ χαρακτηρίσουν κάποια καλὴ μοναχή, ἔλεγαν:
 
– Αὐτὴ εἶναι σὰν τὶς μονα­χὲς τῆς γερόντισσας Μελάνης.
 
Ὁ μητροπολίτης Χερουβεὶμ μπαινόβγαινε στὸ μοναστήρι, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἄρεσε στὴν γερόντισσα Παρθενία. Τὴν ἔ­βγαλε ἀπὸ ἡγουμένη καὶ ἔκανε τὴν χειρότερη καλογριά. Ἀ­πὸ τότε χάσαμε τὴν εἰρήνη στὸ μοναστήρι. Ἄρχισαν διάφορες φασαρίες, ποὺ ἀνάγκασαν τὴν γερόντισσα Παρθενία νὰ φύγη μὲ σαράντα μοναχὲς ἀπ᾽ τὸ μοναστήρι. Τότε ἔφυγε καὶ ἡ Μελάνη μὲ ὡρισμένες ἄλ­λες καὶ μείναμε πολὺ ὀλίγες, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον Πα­ριανές. Καὶ ἡ ἀδελφή μας τότε ἔφυγε μὲ ἀφορμὴ τὸ θέμα τοῦ ἡμερολογίου. Ἐγὼ μὲ τὴν ἀδελφή μου Ἀναστασία κάθε μέρα ἤμαστε στὸ στόχαστρο τῆς νέας ἡ­γου­μένης, γιατὶ ἤμουνα μὲ τὴν γερόντισσα Παρθενία καὶ πολ­λάκις ἐκθείαζα τὶς ἀρετές της. Δὲν τὸ ἀποτολμοῦ­σα ὅ­μως νὰ φύγω χωρὶς εὐ­λογία τοῦ Γέροντα καὶ πλη­ροφορία. Μὲ φωνὴ Θεοῦ ἔγινα μοναχὴ καὶ μὲ φωνὴ Θεοῦ ἔπρεπε νὰ φύγω. Ἔκανα πολλὲς προσευχὲς γιὰ τὸ θέμα τῆς φυγῆς μου ἀπὸ τὸ μοναστήρι. Τὴν τελευταία φορὰ πῆγα στὸν τάφο τοῦ Ὁσίου, γονάτισα καὶ μὲ πολ­λὰ δάκρυα τὸν παρεκάλεσα νὰ μοῦ δείξη τί δρόμο πρέπει νὰ πάρω. Στὸ τέλος τῆς δεήσεώς μου πρόσθεσα ὅ­πως πάντα καὶ τὸ «Δι᾽ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν καὶ τοῦ ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Ἀρσενίου...» καί, προτοῦ ὁλοκληρώσω, ἄκουσα μέσα ἀπὸ τὸν τάφο του τὸ «Ἀμήν, Παρθενία μου».
 
Μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ γέροντα Φιλοθέου στήσαμε τὸ ἡσυχαστήριο στὸ κτῆμα αὐτό, τὸ ὁποῖο εἴχαμε κληρονομιὰ ἀπὸ τὴν μητέρα μας, ποὺ ἦταν ἀ­πὸ τὸ γένος Ζουμῆ. Ὁ ἀδελ­φὸς τῆς μητέρας μας, ὁ γερο-Χρουσῆς, πολὺ μᾶς ἀγαποῦ­σε. Ἐρχότανε στὸν Χρι­στὸ κάθε δεκαπενθήμερο καὶ μᾶς ἔ­φερ­νε στὸ δισάκκι του ἀπ᾽ ὅλα τὰ καλὰ ποὺ διέθετε μιὰ ἀγροτικὴ οἰκογένεια τὴν ἐποχὴ ἐκείνη. Μᾶς εὐλαβεῖτο πολὺ καὶ μᾶς φρόντιζε. Οἱ ἄλλες καλογριὲς ρωτοῦσαν τὴν Ἀναστασία:
 
– Τί σᾶς ἔφερε ὁ γερο-Ζου­μῆς;
 
– Τίποτες –ἔλεγε.
 
– Τί τίποτες, δυὸ διπλῶ* πήγαινε γιὰ νὰ μεταφέρη τὸ δισάκκι.
 
Τὰ χρόνια τῆς Κατοχῆς ὑποφέραμε πολύ. Παραλίγο νὰ πεθάνουμε ἀπὸ τὴν στέρηση καὶ τὴν πεῖνα. Ἡ θειά σου ἡ Μαρούλη, καὶ νῦν μοναχὴ Θεοκτίστη, μᾶς φρόντιζε πολύ. Κρυφὰ καὶ φανερὰ μᾶς ἐξοικονομοῦσε τὸ ψωμί. Τὸ ᾿48 συνέβη καὶ ἐκεῖνο τὸ φοβερό: οἱ κομμουνιστὲς νὰ ἐκτελέσουν τὸν ἀδελφό μας, τὸν πατέρα Μόδεστο. 
[συνεχίζεται] 
*(διπλωμένος στὰ δυὸ)