- Το καμηλό παλτό

Δια-δικτυακὲς ἁλιεύσεις 
 
Η κυρία στεκόταν ὄρθια ἔξω ἀπὸ ἕνα μεγάλο φοῦρνο στὴν Κηφισιά. Ἦταν ντυμένη ἁπλᾶ ἀλλὰ καλόγουστα καὶ φαινόταν σὰν νὰ περίμενε κάποιον. Προσπερνώντας, τὴν ἄκουσα νὰ μοῦ ψιθυρίζῃ· «Συγγνώμη, πεινᾶμε».
 
Σταμάτησα κατάπληκτος, βέβαιος πὼς δὲν εἶχα ἀκούσει καλά. Ὅμως ἡ κυρία, μὲ χαμηλωμένο βλέμμα, ἐπανέλαβε τὴ φράσι.
 
Μπῆκα βιαστικὸς στὸ φοῦρνο, ἀγόρασα, ἔκανα ψιλὰ καί, φεύγοντας, τῆς ἔβαλα στὸ χέρι ἕνα μικρὸ χαρτονόμισμα. Δὲν μοῦ πῆγε νὰ δώσω κέρμα. Πρόσεξα τὸ χέρι. Ἦταν περιποιημένο. Τὸ ψιθυριστὸ «εὐχαριστῶ» σχεδὸν δὲν ἀκούστηκε.
 
Τὸ συναπάντημα αὐτὸ μὲ συγκλόνισε σὰν γροθιὰ στὸ στομάχι. Σίγουρα κάθε φτώχεια εἶναι ὀδυνηρή, ἀλλὰ ἡ φτώχεια τοῦ νεόπτωχου ἀξιοπρεποῦς ἀστοῦ εἶναι πιὸ σκληρή. Δὲν ἔχει μάθει τὴν ἔνδεια, ζοῦσε μιὰ καλὴ ζωή, καὶ ξαφνικὰ τὰ χάνει ὅλα. Ὁ ἄλλος, ποὺ ζῇ χρόνια στὴ φτώχεια, ἔχει ξεδιπλώσει στρατηγικὲς καὶ ἄμυνες τὶς ὁποῖες ὁ νεοπτωχὸς δὲν ὑποψιάζεται κἄν.
 
Καὶ ξαφνικὰ ὁ νοῦς μου πῆγε πολλὰ χρόνια πίσω. Στὸ τέλος τῆς φοιτητικῆς μου ζωῆς στὴ Γερμανία συνεργάστηκα σὲ μία ταινία καὶ εἶχα κερδίσει ἀρκετά. Ἀπὸ τὰ κέρδη μου εἶχα ἀγοράσει ἕνα μεγαλοπρεπὲς καμηλὸ παλτό.
 
Γύρισα στὴν Ἑλλάδα, βρέθηκα μέσα σὲ μία οἰκογενειακὴ θύελλα - μὲ ἀποτέλεσμα, ἐνῶ ὑπηρετῶ τὴ θητεία μου, νὰ πρέπῃ ταυτόχρονα νὰ κερδίσω τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ὄχι μόνο γιὰ μένα ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ μητέρα μου.
 
Πέρασα δύσκολα ἐκεῖνο τὸν χειμώνα καὶ συχνὰ κοιμήθηκα νηστικός. Ὅταν δὲν ἤμουν ὑπηρεσία, φοροῦσα πολιτικὰ καὶ χτυποῦσα πόρτες γιὰ δουλειά. Ἔκανα τὰ πάντα· μεταφράσεις, μαθήματα, κείμενα, ἀλληλογραφία.
 
Θυμᾶμαι τί ζημιὰ μοῦ εἶχε κάνει τὸ καμηλὸ παλτό. «Μά, τί ἀνάγκη ἔχεις ἐσύ;» ὁ ἕνας, «Ἄ, θὰ παίρνῃς ἀκριβά!» ὁ ἄλλος. Μέχρι ποὺ βρῆκα νὰ τὸ πουλήσω καὶ ἡσύχασα. Μαζὶ μὲ ὅσα ξεπουλήσαμε τότε –χαλιά, σερβίτσια, κοσμήματα– ἔφυγε κι αὐτό.
 
Προσέξτε λοιπόν· ἡ νέα φτώχεια φοράει συχνὰ καμηλὸ παλτό. Καὶ ξεγελάει. Ἀφῆστε ποὺ κρύβεται διότι ντρέπεται. Δὲν ἔχει τὸ θάρρος τῆς ἀνάγκης της. Ἀναζητῆστε την ἐκεῖ ποὺ δὲν τὴν περιμένετε. Δὲν ζητιανεύει στὶς γωνίες, οὔτε ἐπαιτεῖ φανερά. Ἀλλά, ψάχνοντας, θὰ μάθετε γιὰ τὴν οἰκογένεια τοῦ ἀπολυμένου πενηντάρη στελέχους ποὺ στερεῖται, ποὺ κρυώνει γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ πληρώσῃ θέρμανσι, ποὺ δὲν ἔχει γιὰ τὸ χαράτσι καὶ κινδυνεύει νὰ μείνῃ χωρὶς ρεῦμα. Κι ἂν μπορῆτε, βοηθῆστε.
 
Διακριτικά…