- Νὰ προσέξουμε τὴν οἰκογένεια

Στὶς 30 Νοεμβρίου ἑορτάζει ἕνας κορυφαῖος ἅγιος, ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ πρωτόκλητος. 

Μαζί του ἑορτάζουν πολλοί· ἄντρες ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα Ἀνδρέας καὶ γυναῖκες ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα Ἀνδριάνα. Ἑορτάζει στὴν Πελοπόννησο ἡ Πάτρα, ὅπου μαρτύρησε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας. Ἑορτάζει καὶ ἡ Κύπρος μας· στὸ ἄκρο τοῦ νησιοῦ, ποὺ τώρα τὸ κατέχουν οἱ Τοῦρκοι, ὑπάρχει μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου. Ἑορτάζει καὶ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ ὁποίου πολιοῦχος εἶνε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας.
Ποιός λοιπὸν ἦταν ὁ ἅγιος Ἀνδρέας; 

* * * 

Στοὺς Ἁγίους Τόπους ὑπάρχει ἡ λίμνη ἢ θάλασσα τῆς Τιβεριάδος ἢ τῆς Γαλιλαίας ἢ Γεννησαρέτ. Στὰ γύρω χωριὰ κατοικοῦσαν ψαρᾶδες, ποὺ ἔρριχναν τὰ δίχτυα καὶ ζοῦσαν ἀπὸ τὰ ψάρια ποὺ ἔπιαναν. 

Φτωχοὶ οἱ ψαρᾶδες, ἔμεναν σὲ καλύβες. Ἀλλὰ μέσα στὶς καλύβες κατοικοῦσαν ἄγγελοι. Τώρα σὲ σπίτια μεγάλα καὶ διαμερίσματα πολυτελῆ, σὲ μέγαρα καὶ παλάτια μὲ ὅλες τὶς ἀνέσεις, κατοικοῦν δαίμονες. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει καὶ γίνονται σεισμοί, ποὺ κατεδαφίζουν ὑπερήφανα κτήρια ἀνομίας.

Στὰ δυτικὰ τῆς λίμνης, σὲ μιὰ καλύβα τῆς Βηθσαϊδά, ζοῦσε καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα. Ὁ πατέρας του ὁ Ἰωνᾶς ἦταν ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος. Τὰ δυὸ παιδιά του ποὺ γνωρίζουμε –θὰ εἶχε καὶ ἄλλα–, εἶνε ὁ Ἀνδρέας ποὺ ἦταν ἄγαμος καὶ ὁ Πέτρος ποὺ εἶχε οἰκογένεια. Βοηθοῦσαν τὸν πατέρα ψαρεύοντας κι αὐτοὶ μαζί του στὴ λίμνη. Ἡ οἰκογένεια, ὅπως εἴπαμε, ἦταν φτωχιὰ ἀλλὰ ἔντιμη καὶ εὐσεβής. Μέσα στὸ σπίτι τοῦ Ἰωνᾶ βασίλευε εἰρήνη, κακὸς λόγος δὲν ἀκουγόταν. Τὰ παιδιὰ ἦταν ὑπάκουα, κι ὁ πατέρας τὰ συμβούλευε –σὰ νὰ τὸν ἀκούω– στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τοὺς ἔλεγε νὰ τηροῦν τὸ νόμο τοῦ Κυρίου, νὰ προσεύχωνται, νὰ διαβάζουν τὴ Βίβλο, νὰ ἐλπίζουν στὸν οὐράνιο πατέρα, νὰ περιμένουν τὸ Μεσσία, τὴ λύτρωσι τοῦ Ἰσραήλ. Ἔτσι ζοῦσε ἡ οἰκογένεια αὐτή, μέσα ἀπ᾽ τὴν ὁποία βγῆκε ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας.

Ὅταν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἄρχισε τὸ κήρυγμα στὸν Ἰορδάνη, ὁ Ἀνδρέας ἦταν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὸν πλησίασαν καὶ ἔγιναν μαθηταί του. Ἀλλὰ μετὰ τὴ βάπτισι τοῦ Χριστοῦ τὸν ἄκουσαν μιὰ μέρα, αὐτὸς κι ἄλλος ἕνας μαθητής, νὰ δείχνῃ τὸν Ἰησοῦ καὶ νὰ λέῃ· «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ», νά τοῦ Θεοῦ τὸ πρόβατο (Ἰω. 1,36), αὐτὸς δηλαδὴ εἶνε ὁ Μεσσίας. Ἀμέσως τότε ἀκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ. Πῆγαν ἐκεῖ ποὺ ἔμενε κ᾽ ἔμειναν μαζί του ἐκείνη τὴν ἡμέρα μέχρι τὶς τέσσερις τὸ ἀπόγευμα.

Αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη γνωριμία τοῦ Ἀνδρέα μὲ τὸ Χριστό. Καὶ τόσο ἐνθουσιάστηκε γιὰ τὸ θησαυρὸ ποὺ ἀνακάλυψε, ὥστε γεμᾶτος χαρὰ ἔτρεξε, βρῆκε τὸν ἀδελφό του τὸν Πέτρο καὶ τοῦ λέει· «Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν» (ἔ.ἀ. 1,42). Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὁ Χριστὸς τοὺς κάλεσε καὶ ἔγιναν ἐπισήμως μαθηταί του.

Ὁ Ἀνδρέας ἔμεινε σταθερὰ πιστὸς στὸ Χριστό. Δὲν τὸν ἀρνήθηκε ὅπως ὁ Πέτρος, δὲν τὸν πρόδωσε ὅπως ὁ Ἰούδας. Ἦταν κοντά του ὅταν ὁ Χριστὸς ἔκανε τὸ πρῶτο θαῦμα στὸ γάμο τῆς Κανᾶ· αὐτὸς ποὺ κάνει τὰ κλήματα νὰ παίρνουν τὸ νερὸ καὶ νὰ τὸ κάνουν χυμό, αὐτὸς καὶ τότε ἔκανε τὸ νερὸ κρασὶ μέσα στὰ δοχεῖα. «Μέγας εἶ, Κύριε, καὶ θαυμαστὰ τὰ ἔργα σου, καὶ οὐδεὶς λόγος ἐξαρκέσει πρὸς ὕμνον τῶν θαυμασίων σου» (Μ. Ἁγιασμ.). Ἦταν κοντά του σὲ κάθε κήρυγμα, ὅταν ὁ Χριστὸς δίδασκε ἀλήθειες ποὺ ποτέ δὲν εἶχαν ξανακουστῆ κ᾽ οἱ ἄνθρωποι ἔτρεχαν σ᾽ αὐτὸν ὅπως οἱ μέλισσες στὸν ἀνθό. Ἦταν κοντά του ὅταν ὁ Χριστὸς ἔκανε τὰ μεγάλα του θαύματα καὶ ἔβγαζε δαιμόνια. Ἦταν κοντά του ὅταν ὁ Χριστὸς βρέθηκε μὲ τὰ πλήθη στὴν ἔρημο καὶ ρώτησε· «Πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ἵνα φάγωσιν οὗτοι;». Τότε ὁ Ἀνδρέας εἶπε· Εἶνε ἐδῶ ἕνα παιδὶ ποὺ ἔχει πέντε κρίθινα ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια, «ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους;», ποῦ νὰ φτάσουν αὐτὰ γιὰ τόσους; (Ἰω. 6,5,8). Κ᾽ ἐν συνεχείᾳ εἶδε τὸν Κύριο νὰ τὰ πολλαπλασιάζῃ καὶ νὰ χορταίνουν ὅλοι ἐκεῖνοι. Ἦταν κοντά του ὅταν πῆγε στὸ μνῆμα καὶ εἶπε στὸ νεκρὸ Λάζαρο «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (Ἰω. 11,43). Ἦταν κοντά του ὅταν ὁ Χριστὸς μπῆκε στὰ Ἰεροσόλυμα καὶ τὰ πλήθη σὲ μιὰ πρωτοφανῆ αὐθόρμητη ἐκδήλωσι τὸν ὑποδέχθηκαν καὶ τὰ παιδιὰ φώναζαν «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ἰω. 12,13 = Ψαλμ. 117,26). Κοντὰ στὸ Χριστὸ ἦταν ὁ Ἀνδρέας τὴν εὐλογημένη νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο, στὰ συνταρακτικὰ γεγονότα τῶν παθῶν, στὶς ἐμφανίσεις τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν Ἀνάστασι, ὅταν ἦρθε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν καὶ εἶπε «Εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰω. 20,19,21). Παρὼν ἦταν στὴν Ἀνάληψι, ὅταν ὁ Χριστὸς ἔφυγε γιὰ τοὺς οὐρανούς. Παρὼν καὶ στὴν Πεντηκοστή, ὅταν τὸ Πνεῦμα το ἅγιο κατέβηκε «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν» (ἀπόλ. Πεντ.) καὶ ἔκανε τοὺς ἀποστόλους πανσόφους διδασκάλους.

Παντοῦ ὁ Ἀνδρέας ἀκολούθησε πιστὰ τὸ Χριστό. Παρὼν ἦταν καὶ σὲ ἕνα περιστατικὸ ποὺ ἔχει σχέσι μ᾽ ἐμᾶς. Πῆγαν στὰ Ἰεροσόλυμα νὰ προσκυνήσουν Ἕλληνες προσήλυτοι, Ἕλληνες δηλαδὴ ποὺ ἤθελαν νὰ ἐνταχθοῦν στὸ λαὸ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἄκουγαν, ὅτι παρουσιάστηκε ἕνας διδάσκαλος ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Πλάτωνα τὸν Ἀριστοτέλη καὶ τὸν Σωκράτη, πλησίασαν τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ καὶ ζήτησαν νὰ τὸν δοῦν. Τότε ὁ Ἀνδρέας μαζὶ μὲ τὸ Φίλιππο τοὺς ὡδήγησαν στὸ Χριστὸ καὶ ὁ Κύριος χάρηκε ποὺ εἶδε τὸ ἐνδιαφέρον τους· εἶπε μάλιστα μιὰ προφητεία, λόγια ποὺ ἀποτελοῦν τὸ μεγαλύτερο ἔπαινο γιὰ τὸ ἔθνος μας. Εἶπε· «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰω.12,23). Ἔτσι ὁ Ἀνδρέας σχετίζεται καὶ μὲ τὸ ἔθνος μας.

Μετὰ τὴν Πεντηκοστὴ ἡ παράδοσις λέει, ὅτι οἱ μαθηταὶ σκορπίστηκαν στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος γιὰ νὰ κηρύξουν τὸ εὐαγγέλιο, κι ὁ Ἀνδρέας πῆρε τὸ ῥαβδί του καὶ πῆγε στὴ Βιθυνία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, στὴν Σκυθία ποὺ βρίσκεται στὰ βόρεια τοῦ Εὐξείνου Πόντου (στὴ ῾Ρωσία, ὅπου καὶ τιμᾶται ἰδιαιτέρως), στὴ Χαλκηδόνα, στὸ Βυζάντιο (τὴ σημερινὴ Κωνσταντινούπολι, γι᾽ αὐτὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸν ἔχει προστάτη), στὴ Θρᾴκη, τὴ Μακεδονία, τὴ Θεσσαλία καὶ τὴν Ἀχαΐα, καθὼς καὶ στὸν Πόντο (Ἀμισό, Τραπεζοῦντα, Ἡράκλεια, Ἄμαστρι καὶ Σινώπη). Ἐκεῖ κήρυξε μέσα σὲ μεγάλες δυσκολίες καὶ ἵδρυσε ἐκκλησίες. Μετὰ τὴ Σινώπη πέρασε ἀπὸ τὴ Νεοκαισάρεια καὶ τὰ Σαμόσατα. Ὅλες αὐτὲς οἱ περιοχὲς ἄκουγαν γιὰ πρώτη φορὰ τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου.

Ἔφτασε τέλος στὴν Πάτρα. Κήρυξε κ᾽ ἐκεῖ, ἔκανε θαύματα, θεράπευσε ἀρρώστους μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὴ γυναῖκα τοῦ ῾Ρωμαίου ἀνθυπάτου Μαξιμίλα καὶ προσείλκυσε στὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ ὅλη τὴν πόλι τῶν Πατρῶν. Αὐτὸ προκάλεσε τὸ μένος καὶ τὴν κακία τῶν εἰδωλολατρῶν. Ὁ ἀνθύπατος Αἰγεάτης τὸν ἔπιασε, τὸν ἔδεσε καὶ τὸν ἔρριξε στὸ μπουντρούμι ὅπου τὸν ἄφησε νηστικό. Ὅταν πλέον ἔφτασε ἡ ὥρα, τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴ φυλακὴ καὶ τὸν θανάτωσε – πῶς νομίζετε; τὸν σταύρωσε ἀνάποδα, μὲ τὸ κεφάλι πρὸς τὰ κάτω! συνήθως εἰκονίζεται μὲ σταυρὸ χιαστί. Ἔτσι ἔγινε μιμητὴς τοῦ Ἐσταυρωμένου. 

* * * 

Ἀπὸ ποῦ βγῆκε, ἀγαπητοί μου, ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας; Ἀπὸ μιὰ οἰκογένεια. Ἂν δὲν ἦταν ὁ εὐσεβὴς Ἰωνᾶς, θὰ εἴχαμε σήμερα Ἀνδρέα; 

Ἡ οἰκογένεια ἔχει μεγάλη σημασία γιὰ τὴ διάπλασι τῶν χαρακτήρων. Ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα εἶνε ἡ ῥίζα τῆς οἰκογενείας καὶ ἡ οἰκογένεια ἡ ῥίζα τῆς κοινωνίας. Ἐὰν ἡ ῥίζα εἶνε σάπια, σάπιοι θὰ εἶνε καὶ οἱ καρποί· ἐὰν ἡ ῥίζα εἶνε γερή, καὶ οἱ καρποὶ θὰ εἶνε καλοί.

Ὑπάρχει σήμερα χριστιανικὴ οἰκογένεια; Ὑπῆρχε κάποτε· καὶ ἦταν αὐτὴ τὸ μεγάλο πανεπιστήμιο. Ὅλα μπορεῖ νὰ τὰ ξεχάσῃς· ἕνα δὲν ξεχνιέται, τὰ λόγια τῆς μάνας τοῦ πατέρα τῆς γιαγιᾶς· φυτεύονται στὴν καρδιά. Τότε οἱ Χριστιανοὶ Ἕλληνες στὶς καλύβες τους τὸ πρωὶ ποὺ ξυπνοῦσαν προσεύχονταν, διάβαζαν Εὐαγγέλιο καὶ βίους ἁγίων. Ἂν ἀκουγόταν κακὸς λόγος, ἡ ἀγράμματη γιαγιὰ ἔβαζε πιπέρι στὸ στόμα. Γνώρισα ἕνα γέροντα καὶ μοῦ ἔδειξε τὴ γλῶσσα του ποὺ ἦταν καμμένη. Μοῦ τὴν ἔκαψε ἡ μάνα μου μὲ κάρβουνο, λέει, ὅταν εἶπα κάποτε ἕνα κακὸ λόγο…

Δεῖξτε μου μιὰ τέτοια οἰκογένεια, νὰ πέσω νὰ φιλήσω τὰ πόδια τους. Δὲν ὑπάρχει. Τὸ σπίτι ἔγινε πλέον ξενοδοχεῖο ὕπνου καὶ φαγητοῦ.

Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ χριστιανικὲς οἰκογένειες. Ἀπὸ ᾽κεῖ θὰ βγῇ ὁ καλὸς δάσκαλος, ὁ γενναῖος ἀξιωματικός, ὁ εὐλαβὴς κληρικός. Ὅσοι εἶστε γονεῖς, σκεφθῆτε τὴν εὐθύνη σας· προσέξτε πῶς θ᾽ ἀναθρέψετε τὰ παιδιά, ὥστε νὰ γίνουν ἡ ἐλπίδα γιὰ τὸ μέλλον.

Εἴθε ὁ Θεός, διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου Ἀνδρέου, νὰ φυλάῃ ὅλους μας· ἀμήν. 

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος 

(ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία ποὺ ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν Κυριακὴ 30-11-1980)
Comments