- Οἱ θεολογικὲς σχολὲς

Η
τελευταία ὁμαδικὴ ἐπιστολὴ τόσο μεγάλου ἀριθμοῦ διδασκόντων τμήματος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης πρὸς τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν κ. Ἱερώνυμο κατὰ τοῦ μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν στάσι του δίδει μαρτυρία πίστεως στὶς ἡμέρες μας, δὲν ἄφησε καλὴ ἐντύπωσι στὸν πιστὸ κλῆρο καὶ λαό. Δημιούργησε μάλιστα ἀνησυχία γιὰ τὴν καλὴ συνέχεια τῶν θεολογικῶν μας γραμμάτων. Ὡρισμένα ὀνόματα ἀπετέλεσαν ὀδυνηρὴ ἔκπληξι γιὰ στρατευμένη συμμετοχή. 

Δὲν ἀλληλογραφοῦν συχνὰ κ᾽ ἔτσι ἀνοιχτὰ οἱ θεολογικὲς σχολὲς μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἡγεσία. Πρέπει νὰ συντρέχουν εἰδικοὶ λόγοι καὶ νὰ τίθενται σοβαρὰ ζητήματα. Φαίνεται λοιπὸν ὅτι κάτι τέτοιο συνέβαινε καὶ στὴν περίπτωσι αὐτή. Οἱ ἀκαδημαϊκοί μας διδάσκαλοι ἔδειξαν ἐνωχλημένοι ἀπὸ ὅσα ἐτέθησαν ἐπὶ τάπητος στὴν γνωστὴ ἡμερίδα γιὰ τὴν μεταπατερικὴ θεολογία ποὺ ἔγινε στὸ Στάδιο Εἰρήνης καὶ Φιλίας τοῦ Πειραιῶς τὸν περασμένο Φεβρουάριο μὲ τὴν συμμετοχὴ πολλῶν κληρικῶν, μοναχῶν καὶ μεγάλου πλήθους πιστοῦ λαοῦ.

Ἦλθε δὲ ἡ ἐπιστολή τους αὐτὴ ἀμέσως μετὰ τὴν προηγηθεῖσα σκληρὴ ἐπιστολὴ τοῦ παναγιωτάτου οἰκουμενικοῦ πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου πρὸς τὸν ἴδιο ἀποδέκτη καὶ εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ὑπερορίου ἀντικανονικῆς ἀξιώσεώς του νὰ ἐπιβληθοῦν κυρώσεις στὸν πρωτοστάτη καὶ τοὺς ἄλλους μετ᾽ αὐτοῦ συντασσομένους κατὰ τῆς μεταπατερικῆς καινοτομίας ποὺ κηρύσσει ἡ θεολογικὴ ἀκαδημία τοῦ Βόλου.

Ὅπως ὅμως ἀποδεικνύει ἡ δημοσιευθεῖσα ἀλληλογραφία ποὺ ἀντηλλάγη μεταξὺ τοῦ ἐκ τῶν κυριωτέρων εἰσηγητῶν τῆς ἡμερίδος στὸν Πειραιᾶ μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου καὶ τοῦ μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννου (βλ. Ὀρθ. Τύπο, φ. 1944, 5-10-2012), ὁ ὁποῖος ἐκφράζει τὶς θέσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τῶν θεολόγων καθηγητῶν –μὲ τὴν ὁποία ἀλληλογραφία σχετίζεται καὶ ἡ τοποθέτησις τοῦ συγκαλέσαντος τότε τὴν ἡμερίδα μητροπολίτου Πειραιῶς κ. Σεραφείμ–, ἡ θεολογικὴ διαφορὰ δὲν εἶνε μικρή. Οἱ ῥίζες καὶ προεκτάσεις της ἀγγίζουν τὸ χριστολογικὸ καὶ τὸ τριαδικὸ δόγμα. Γίνεται δὲ φανερὸ ὅτι οἱ τοποθετήσεις τῶν χειριζομένων τὰ ζητήματα αὐτὰ στοὺς θεολογικοὺς διαλόγους ἀποκλίνουν ἀπὸ τὴν πατερικὴ διδασκαλία. Ἔτσι ἐξηγεῖται γιατί οἱ θιασῶται τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως ζητοῦν νὰ ὑπερβοῦν τοὺς ἁγίους πατέρας καὶ νὰ βρεθοῦν στὴν μετὰ τοὺς πατέρας ἐποχή, τὴν «μετα-πατερικὴ» ἐποχή ― τολμηρὸ καὶ τὸ νὰ τὸ διατυπώνῃ ἕνας ὀρθόδοξος. Βλέπουν δηλαδὴ ὅτι, μένοντας πιστοὶ στὶς θέσεις καὶ στὴν τακτικὴ τῶν ἁγίων πατέρων, δεσμεύονται καὶ ἔτσι ὁ τεθεὶς στόχος τῆς ἑνώσεως τῶν «ἐκκλησιῶν» καὶ τῶν θρησκειῶν δὲν εὐοδοῦται.


Πέρα τῆς θεολογικῆς διαφορᾶς, τὴν ὁποία ὁ πολὺς λαὸς εἶνε δύσκολο ἀσφαλῶς νὰ συλλάβῃ, γίνεται φανερὸ γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ὅτι ὑπάρχει καὶ ἔλλειμμα ἐνημερώσεως. Ὄχι μόνο τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας ἀγνοεῖ τὰ συμφωνούμενα καὶ ἀποφασιζόμενα, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Ἱεραρχία, στοὺς κόλπους τῆς ὁποίας ὑπάρχουν ποιμένες μὲ χαρίσματα καὶ παιδεία ποὺ μποροῦν ἀναμφιβόλως νὰ παρακολουθήσουν τὰ τῶν διαλόγων ἀλλὰ καὶ εἶνε ὑποχρεωμένοι νὰ γνωρίζουν τὰ συντελούμενα, τελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ· διακεκριμένος ἱεράρχης δηλώνει ὅτι, προκειμένου νὰ ἐνημερωθῇ, ἀναγκάζεται νὰ καταφεύγῃ σὲ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ κλίματα καὶ νὰ ζητῇ ἀπὸ ἐκεῖ τὰ σχετικὰ κείμενα.

Παρατηρεῖται μία ἀπόστασις καὶ ἀποξένωσις τῆς θεολογίας ἀπὸ τὴν ποιμαντική. Ὁ διαχωρισμὸς αὐτὸς γιὰ τὰ δεδομένα τῶν ἁγίων πατέρων εἶνε ἀδιανόητος. Οἱ ἅγιοι πατέρες θεολογοῦσαν ποιμαίνοντες, καὶ γι᾽ αὐτὸ θεολογοῦσαν ὀρθοδόξως· σήμερα οἱ καθηγηταὶ θεολογοῦν «ἀνεύθυνα» ὡς πρὸς τὶς συνέπειες ἐπὶ τῶν ψυχῶν, ἐν ἀγνοίᾳ δὲ τῶν ὑπευθύνων ποιμένων, καὶ γι᾽ αὐτὸ συχνὰ δὲν θεολογοῦν ὀρθοδόξως. Εἶνε καὶ αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ πολλὰ στοιχεῖα ἐκκοσμικεύσεως στὴν σύγχρονη ἐκκλησιαστικὴ ζωή.

Ὅλα αὐτὰ δημιουργοῦν ἤδη σὲ ἀρκετοὺς πνευματικοὺς πατέρες ἐπιφύλαξι. Δὲν αἰσθάνονται ἀσφάλεια νὰ προτρέψουν νέους καὶ νέες νὰ σπουδάσουν τὴν ἱερὰ ἐπιστήμη τῆς θεολογίας. Προτιμότερες θεωροῦν ἄλλες πανεπιστημιακὲς σπουδές. Στὶς θεολογικὲς σχολὲς εἶνε ἐλάχιστοι πλέον οἱ καθηγηταὶ ποὺ ὀρθοτομοῦν τὸν λόγο τῆς ἀληθείας· ἡ μεγάλη πλειονότης ἔχει προσχωρήσει στοὺς σχεδιασμοὺς τῶν μεγαλοφυῶν ἡγετῶν τῆς νέας ἐποχῆς, ἔχει ἀποδεχθῆ τὶς νέες ἐκκλησιολογικὲς ἰδέες καὶ πρακτικές, ἔχει ταχθῆ ἐνεργῶς ὑπὲρ τῆς οἰκουμενικῆς κινήσεως καὶ ἐργάζεται θερμὰ γιὰ τοὺς σκοπούς της.

Πηγαίνοντας σήμερα ἕνα νέο παιδὶ στὶς θεολογικές μας σχολὲς πόσο μπορεῖ νὰ γνωρίσῃ καὶ ν᾽ ἀγαπήσῃ τὴν Ὀρθοδοξία ὅπως γινόταν στὸ παρελθόν; Καινὰ διδάγματα ἐκπορεύονται ἀπ᾽ ἐκεῖ. Φαίνεται ἄλλωστε καὶ ἀπὸ τὴν ἐν συνεχείᾳ ἐξέλιξι τῶν πτυχιούχων. Τὰ ὀρθόδοξα θεολογικὰ γράμματα στὸ ἑξῆς πρέπει νὰ διδάσκωνται μᾶλλον μακριὰ ἀπὸ τὰ πανεπιστήμια, σὲ «κρυφὰ σχολειά», ἀπὸ πνευματικὸ πατέρα σὲ ὑποτακτικὸ καὶ ἀπὸ τὰ ἱερὰ βιβλία, σὲ κλίμα σεβασμοῦ τῆς ἱερᾶς παραδόσεως καὶ τιμῆς τῶν ἁγίων πατέρων, συνυφασμένα μὲ τὴν ἄσκησι κατὰ τῶν παθῶν καὶ τὴν μετοχὴ στὰ θεῖα μυστήρια καὶ τὴν ἐν γένει λατρεία.

Ὁ ὀρθολογισμός, ἡ ἀρνητικὴ κριτικὴ σὲ θεόπνευστα ῥήματα, ἡ διαστρεβλωτικὴ ἐπανερμηνεία ὁλοφάνερων ἀληθειῶν, ἡ ἀμφισβήτησι τῆς αὐθεντίας συμφωνούντων πατέρων, καμμιὰ φορὰ ἡ σφοδρὴ ἐπίκρισις ἁγίων μορφῶν, ὁ ἀμφιβολία ἀκόμη καὶ γιὰ τὸ κῦρος ἀποφάσεων ἁγίων Συνόδων, ἡ ἐξασθένησι τῆς ἰσχύος ἱερῶν Κανόνων, ἡ ὑπεροψία ἔναντι ταπεινῶν συνεχιστῶν τῆς πατερικῆς παραδόσεως, ἡ χαλάρωσι στὴν συμπεριφορά, ἡ ἐλευθεριότης στὸ ἦθος, τὸ θλιβερὸ ἀνακάτεμα θυμιάματος μὲ τσιγάρο, τὸ «πάντρεμα» τοῦ κομποσχοινίου μὲ τὸ τάβλι, οἱ ἀνευλόγητες σχέσεις.

Τί νὰ ποῦμε; Συμφέρει τελικὰ στὴν Ἐκκλησία μιὰ τέτοιου εἴδους «ὑπηρεσία» τῶν θεολογικῶν σχολῶν; Εἶνε καλὸ νὰ ἔχουμε ἢ εἶνε καλύτερα νὰ μὴν ἔχουμε σχολές, ἂν πρόκειται νὰ λειτουργοῦν ἔτσι καὶ νὰ παράγουν τέτοιους καρπούς; Ἡ κλειστὴ –κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος– θεολογικὴ σχολὴ τῆς Χάλκης, γιὰ τὴν ὁποία τόσος λόγος καὶ τόσες προσπάθειες, μήπως ῥίχνει κάποιο φῶς καὶ δίδει μιὰ ἀπάντησι στὸ ζήτημα τοῦτο;



Comments