- «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω…» (Ἰω. 5,7)

Εἶνε κι αὐτὸ ἕνα «σημεῖο» τῆς ἐποχῆς μας, ἕνα σημάδι τῆς ἠθικῆς κρίσεως ποὺ διερχόμεθα, ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης διαφθορᾶς καὶ καταπτώσεως τῆς κοινωνίας μας. Δὲν παραπονέθηκε μόνο ὁ παράλυτος τοῦ Εὐαγγελίου στὸν Κύριό μας, ἀλλὰ καὶ σύγχρονοι ἄνθρωποι τοῦ 21ου αἰῶνος συχνὰ παραπονοῦνται. «Εἶμαι μόνος», «μὲ ξέχασαν», «μ᾽ ἐγκατέλειψαν», «εἶμαι στὴν ἀπομόνωσι» κ.ἄ..

Τί συμβαίνει; Γιατί γίνεται αὐτό; Γιατί τόση μοναξιὰ στὸν κόσμο, τόση διαταραχὴ στὶς σχέσεις τῶν συνανθρώπων μας;

Βέβαια ὁ αἰώνιος καὶ παναληθὴς λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς πληροφορεῖ· «διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν».

Πράγματι αὐτὴ τὴν παγωνιά, τὴν ψυχρότητα στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, τὴν βιώνουμε στὶς μέρες μας. Τί ἔγινε ἡ ἐγκαρδιότητα, ἡ ἁπλότητα, ἡ ἀνοιχτὴ καρδιά, ἡ εἰλικρίνεια; Γιατί φυγαδεύτηκαν;

Προσπαθοῦμε νὰ προσεγγίσωμε τὸ θέμα.

Βρίσκουμε μιὰ γιαγιὰ νὰ κάθεται μόνη της, στενοχωρημένη, δακρυσμένη στὸ παγκάκι τὴν περίοδο τῶν ἑορτῶν. Ρωτοῦμε: –Γιατί, γιαγιά, μόνη; –Ἡ κόρη μου δὲν μὲ θέλει στὸ σπίτι της καὶ ἄλλα παιδιὰ δὲν ἔχω. Προτιμᾶ νὰ μείνῃ μὲ τὸν σύζυγό της, γιὰ νὰ διασκεδάσῃ. Ἔτσι, τὶς γιορτὲς εἶμαι μόνη.

Τὸν πόνο, τὸ παράπονο, τὸ κατὰ βάθος - κατάκαρδο πλήγωμα τῆς μάνας αὐτῆς, ποιός μπορεῖ νὰ τὸ μετρήσῃ; Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὴν ἀχαριστία, σκληρότητα, καὶ φιληδονία τῆς κόρης αὐτῆς, ποιός θὰ ζυγίσῃ;

Βέβαια, ἡ ἀγάπη τῆς μάνας εἶνε πλατειὰ καὶ ἀπέραντη καὶ ἕτοιμη πάντα γιὰ νὰ συγχωρέσῃ.

Δόξα τῷ Θεῷ, βρίσκονται ἀκόμη κάποιοι φιλάνθρωποι Χριστιανοὶ ποὺ μεριμνοῦν γιὰ ἄτομα σὰν τὴ γιαγιὰ αὐτή. Εἶνε κάποιες πολύτεκνες, εὐλογημένες οἰκογένειες, ποὺ προσκαλοῦν στὸ γιορτινό τους τραπέζι κάποιο ἢ κάποια μοναχικὰ ἄτομα, ἢ ἄλλοι, ἄτεκνοι Χριστιανοί, ποὺ κάνουν τὸ ἴδιο. Δόξα τῷ Θεῷ. Ὑπάρχει ἀκόμη τὸ «λεῖμμα», τὸ ὑγιὲς κομμάτι τῆς κοινωνίας, ποὺ νοιάζεται γιὰ τὸν συνάνθρωπο.

Τὸ κακό, ἡ ἁμαρτία, οἱ λογισμοὶ ξεκινοῦν ἀπὸ μέσα μας, ἀπὸ τὸν ἔσω ἄνθρωπο. Προωδεύσαμε στὸν τεχνικὸ πολιτισμό (κομπιοῦτερ, ἴντερνετ…). Ἀφήσαμε, ὅμως, τὸ χωράφι τῆς ψυχῆς μας ἀκαλλιέργητο· φύτρωσαν πολλὰ ζιζάνια, ἀγριόχορτα, ἀγκάθια· μᾶς κυρίεψαν τὰ πάθη, ἀγρίεψε ἡ ὄψι μας. Ποιό τὸ κέρδος μας;

Ποικιλώνυμοι λογισμοὶ κατακλύζουν τὸ νοῦ μας καὶ μᾶς κρατοῦν σὲ ἀπόστασι ἀπὸ κάποιο ἢ κάποια ἄτομα. Ἄλλοτε ἡ καχυποψία ἢ ἡ μνησικακία μας μᾶς κάνουν ἐπιφυλακτικούς ἔναντι κάποιων.

Δὲν μποροῦμε εὔκολα νὰ ξεχάσωμε μία ἐνέργειά τους. Φταίει ἡ παρεξήγησι καὶ παρερμηνεία τοῦ συμβάντος. Ὁ πονηρός, βέβαια, αὐτὸ ἐπιδιώκει· νὰ ὑποδαυλίζῃ, νὰ ψιθυρίζῃ λογισμοὺς ψυχρότητος γιὰ τοὺς ἄλλους. –Ἀπομακρύνσου ἀπ᾽ αὐτόν. Εἶδες τί σοῦ ἔκανε· βλέπεις πῶς εἶνε τὰ πράγματα; Μὴν τοῦ ἔχεις ἐμπιστοσύνη…

Ἔχοντας τέτοιες σκέψεις, πολλὲς φορὲς ἀδικοῦμε τὸν συνάνθρωπό μας.

Ἂν ὅμως πράγματι «κάτι» συνέβη, δὲν μᾶς ἀφήνει ὁ διάβολος νὰ συγχωρήσουμε. Ἴσως ὁ συνάνθρωπός μας αὐτὸς νὰ ἔχῃ μετανοήσει καὶ ἐξομολογηθῆ γιὰ τὴν ἐνέργειά του αὐτὴ καὶ ἀγωνίζεται νὰ μᾶς προσεγγίσῃ, μᾶς ἁπλώνει τὸ χέρι γιὰ συμφιλίωσι καὶ συγγνώμη, κ᾿ ἐμεῖς δὲν τὸ δεχόμαστε. Τὸ πάθος τῆς μνησικακίας μᾶς κρατάει αἰχμαλώτους. Ὁ ἕνας ἐλευθερώνεται κι ὁ ἄλλος ὑποδουλώνεται.

Θεέ μου, τί παρεξηγήσεις, παρεξηγήσεις, παρεξηγήσεις! Παντοῦ. Στοὺς χώρους τῆς ἐργασίας. Φθόνος, ζήλεια γιὰ τὸν συνάδελφο. «Κάρφωμα», ἀπομόνωσι. Ἀπομάκρυνσι.

Μὲ τὸ αἴσθημα τῆς ὑπεροχῆς μας ἔναντι τῶν ἄλλων, γινόμαστε αἰτία νὰ πληγωθοῦν κάποιοι συνάνθρωποί μας, μὲ συνέπεια τὴν ἀπομόνωσί τους.

Τί νὰ ποῦμε γιὰ τὶς πολυκατοικίες! Διαμάχες γιὰ τὰ κοινόχρηστα. Δὲν θέλει κανείς νὰ τὰ ἀναλάβῃ. Καὶ ἂν κάποιος βρεθῇ, τοῦ γίνεται φοβερὸς ἔλεγχος· αὐτὸς βέβαια ποὺ κάνει τὸν ἐλεγκτὴ δὲν τὰ ἀναλαμβάνει· ὁπότε ἀναγκάζεται ὁ πρῶτος νὰ παραιτηθῇ καὶ τὰ ἀναθέτουν σὲ ἑταιρεία. Ὅλοι ἐν ἐπιγνώσει τους ἀγόρασαν διαμερίσματα. Καὶ ὅμως ἁγνοοῦν κάποιες ἀλήθειες. Γιατί διαμαρτύρονται ὅταν ἀκούγεται κάποιος θόρυβος˙ π.χ. ἁπλὸ περπάτημα; Τοπικῶς οἱ ἄνθρωποι ἦρθαν πολὺ κοντὰ ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλο. Ὅμως ψυχικῶς βρίσκονται σὲ μεγάλη ἀπόστασι. Ὁ ἐγωϊσμός, οἱ ἰδιοτροπίες, οἱ ἀπαιτήσεις ποὺ ἔχουμε μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τοὺς ἄλλους.

Μετὰ ὁ Πανάγαθος Θεὸς φέρνει κατάλληλες περιστάσεις γιὰ νὰ συνέλθουμε (π.χ. μιὰ ἀρρώστια) καὶ νὰ προσεγγίσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο.

Πολὺ εὔκολα, ἀγριεύουν, ἐξεγείρονται οἱ ἄνθρωποι σήμερα, ζητοῦν ἐκδίκησι. Καλοῦν τὴν ἀστυνομία γιὰ «ψίλου πήδημα». Δὲν ἔχουν ὑπομονή.

Ἂν στρέψουμε τὸ βλέμμα πρὸς τὶς οἰκογένειες, τί θὰ δοῦμε, τί θ᾽ ἀκούσουμε; Φωνές, καυγᾶδες, διάστασι, χωρισμός, διαζύγια….

Ἄλλοτε ἀναγκάζεται κάποιος ν᾽ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ γνωστό του πρόσωπο, διότι στὴν πορεία βλέπει ἀσυμφωνία στὶς ἀρχὲς καὶ πεποιθήσεις, μολονότι ἔδειξε στὴν ἀρχὴ ἀνοχὴ καὶ συγκατάβασι σὲ κάποια πράγματα.

Πάντως εἶνε γεγονὸς ὅτι ἡ φιλία, ἡ χριστιανική, δὲν βρίσκεται εὔκολα σήμερα· δυστυχῶς οὔτε στὸ χῶρο τῆς ἐκκλησίας. Ἐπικρατεῖ τὸ συμφέρον. «Ἂς τὰ ἔχω καλὰ μὲ αὐτὸ τὸ ἄτομο, διότι μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσῃ». Πρέπει νὰ περπατήσῃς πολύ, νὰ περάσῃς «πόλεις» καὶ «χωριά» κρατώντας ἕνα φαναράκι, γιὰ νὰ βρῇς ἕνα φίλο κι ἀδελφό· ἕναν ἄνθρωπο ποὺ θὰ σὲ νιώσῃ, θ᾽ ἁπλώσῃ τὸ χέρι του στὴ δυσκολία σου, ἀνιδιοτελῶς, θὰ σ᾽ ἀκούσῃ· θὰ κάνῃ καὶ κάποια θυσία γιὰ σένα, θὰ προσευχηθῇ γιὰ σένα.

Παρ᾿ ὅλο ὅτι ἡ φιλία περνᾶ μιὰ δοκιμασία καὶ κρίσι σήμερα, ἐν τούτοις βρίσκουμε ἀνθρώπους «ἐντεταγμένους σὲ ὀρθοδόξους ἱεραποστολικούς, φιλανθρωπικοὺς συλλόγους» ἢ ὄχι, ποὺ συντρέχουν στὴν ἀνάγκη τοῦ ἄλλου, π.χ. στὴν ἀρρώστια του, ποὺ ἐξυπηρετοῦν μὲ μεγάλη αὐταπάρνησι. Τί καλωσύνες κάνουν! Τρέχουν στοὺς ἀνήμπορους, στοὺς ἡλικιωμένους, στοὺς μοναχικοὺς ἀνθρώπους, στὶς γιαγιάδες· ἁπλώνουν χέρι βοηθείας. Ἀκόμη, συμπαραστέκονται στὶς πολύτεκνες οἰκογένειες. Δόξα Σοι, ὁ Θεός! Εἶνε οἱ ἀφανεῖς ἥρωες.

Μολονότι, ἡ νεολαία μας παρουσιάζει μία ἄσχημη εἰκόνα σήμερα, ἐν τούτοις βρίσκονται καὶ κάποιοι νέοι μας ποὺ ἁπλώνουν χέρι βοηθείας σὲ φορτωμένο συνάνθρωπο γιὰ νὰ τὸν ξεκουράσουν. Μία νεαρὴ κοπέλλα ὡμολόγησε· «…Κ᾽ ἐμένα μὲ βοήθησαν κάποιοι συνάνθρωποί μου…, γι᾿ αὐτὸ κ᾽ ἐγὼ ἁπλώνω χέρι βοηθείας στὴν ἡλικιωμένη κυρία ποὺ μοῦ τὸ ζήτησε…».

Ἀμέσως ἡ κυρία ἅρπαξε τὴν εὐκαιρία καθὼς ἐπέστρεφε ἀπὸ προσκύνημα, τῆς ἔδωσε μία εἰκονίτσα τοῦ Κυρίου Παντοκράτορος μαζὶ μὲ πολλὲς εὐχὲς ζήτησε καὶ τὸ ὄνομά της γιὰ μνημόνευσι. Ἡ κοπέλλα ἀνταποκρίθηκε πρόθυμα· τὸ εἶχε ἀνάγκη, ὅπως εἶπε, διότι ἦταν ἄνεργη. Ἔφυγε πολὺ ἀναπαυμένη.

Ὅλοι τὸ ἴδιο ζητοῦν· λίγη κατανόησι, λίγη ἀγάπη, λίγη συμπαράστασι. Σήμερα ἐμεῖς, αὔριο οἱ ἄλλοι. Γιατί νὰ μὴν τὴν προσφέρουμε; Ἡ ζωὴ εἶνε ἕνας τροχὸς ποὺ γυρίζει. Ἡ προσφορὰ γεμίζει ἐσωτερικὰ τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἱκανοποιεῖ. Συγχρόνως ἀναπαύει τὸν ἀδελφό, κ᾽ ἐμεῖς καρποφοροῦμε, πλουτίζουμε, «ἐν πολλοῖς καὶ καλοῖς ἔργοις». Ἔτσι δὲν θὰ βρεθοῦμε μὲ ἄδεια χέρια κατὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη τὴν φοβερὰ τῆς Κρίσεως, ἔστω κι ἂν εἶνε καθαρά…
 
Ἐλεύθερος Σκοπευτὴς
Comments