- Ὁ μητροπολίτης Φλωρίνης Αὐγουστῖνος Καντιώτης καὶ ὁ Παπουλάκος (ΜΕΡΟΣ Β')

Εἰσήγησι σὲ συνέδριο


τοῦ ἀρχιμ. ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑ


Κήρυγμα καὶ ἀποτελέσματα


φωνὴ τοῦ Φλαμιάτου συγκλόνισε τὸν ἀσκητή, τὰ λόγια του ἄναψαν φωτιὰ στὴν καρδιὰ τοῦ Χριστοφόρου. Δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ μείνῃ ἐκεῖ• ἀφήνει τὸ ἀσκητήριο καὶ ῥίχνεται στὸν ἀγῶνα, ὅπως ἔκανε καὶ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ὅταν ἄκουσε τὸ ῥητὸ «Μηδεὶς τὸ ἑαυτοῦ ζητείτω, ἀλλὰ τὸ τοῦ ἑτέρου ἕκαστος» (Α΄ Κορ. 10,24) (ΑΚΟΛ. σ. 454, σημ. 109). Ὁ Φλαμιᾶτος ἐνέπνευσε σ᾽ αὐτόν, ὅπως καὶ σὲ ἄλλους ἐκλεκτοὺς κληρικοὺς καὶ μοναχούς, ἱεραποστολικὰ ἰδεώδη (ΕΘΝ. ΕΠΕΤ. σ. 166).


Ὁ Χριστοφόρος ἀρχίζει νὰ περιοδεύῃ τὴν ὕπαιθρο καὶ νὰ κηρύττῃ στὸ λαό. Τὸ κήρυγμά του ἔχει κάτι ἀπὸ τὸ κήρυγμα τῶν ἁλιέων τῆς Γαλιλαίας, ἔμοιαζε μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Εἶχε Πνεῦμα ἅγιο. Ὅ,τι αἰσθανόταν ἡ καρδιά του, τὸ ἐξέφραζε μὲ τὸν πιὸ ἁπλὸ τρόπο. Κήρυττε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Δὲν προσωποληπτοῦσε. Οἱ μεγάλοι καὶ οἱ τρανοὶ δὲν τὸν πτοοῦσαν• εἶχε πάρει τὴ μεγάλη ἀπόφασι νὰ μαρτυρήσῃ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας μιμούμενος τὸν Θεάνθρωπο Κύριο.

Ὁ λόγος του ἦταν πυρακτωμένο σίδερο. Σὲ ἡμέρες κινδύνου καὶ παρακμῆς ἐπιβάλλεται κάποια τραχειὰ καὶ αὐστηρὴ γλῶσσα ποὺ λέει «τὰ σῦκα σῦκα καὶ τὴ σκάφη σκάφη» (ΚΟΣΜ. ΑΙΤ. σ. 238, σημ. 74).

Ὁ ἅγιος ἀσκητὴς πεινοῦσε καὶ διψοῦσε «τὴν δικαιοσύνην» (Ματθ. 5,6). Ὅταν ἔβλεπε τοὺς φιλαργύρους καὶ πλεονέκτες πλουσίους νὰ τυραννοῦν καὶ νὰ βασανίζουν τὸν φτωχὸ λαὸ χειρότερα ἀπ᾽ ὅ,τι τὸν τυραννοῦσαν καὶ τὸν βασάνιζαν οἱ μπέηδες καὶ οἱ πασᾶδες τῶν Τούρκων, τοὺς στηλίτευε. «Εἶστε», τοὺς ἔλεγε, «φονιᾶδες. Ἀφοῦ τοὺς ἀφαιρεῖτε τὰ μέσα ποὺ ζοῦν, δὲν τοὺς σκοτώνετε; Κάνετε κάτι χειρότερο• δίνετε μαχαιριὲς στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας. Σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶνε οἱ φτωχοί• κάθε ἀδικία ἐναντίον τους εἶνε κ᾽ ἕνα καρφὶ στὰ πόδια Του… Σταυρωτές!».


Ἄλλοτε, ὅταν ἔβλεπε τοὺς γραμματισμένους ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ τὰ πανεπιστήμια τῆς Δύσεως νὰ περιφρονοῦν τὴν ὀρθόδοξο πίστι καὶ μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ ζωή τους νὰ γίνωνται σκάνδαλο στὸ λαό, ἔλεγε συχνὰ (μαζὶ μὲ τὸν ἅγ. Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό)• «Τὰ ἄθεα γράμματα θὰ καταστρέψουν τὸν τόπο μας». Εἶνε καὶ οἱ δύο σύμφωνοι μὲ τὸν θεόπνευστο λόγο τῆς Γραφῆς γιὰ τὴν κοσμικὴ σοφία• «Οὐκ ἔστιν αὕτη ἡ σοφία ἄνωθεν κατερχομένη, ἀλλ᾽ ἐπίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης» (Ἰακ. 3,15) (ΕΚΠ. ΠΡΟΒΛ. σσ. 48, 140).




Δὲν ὑπέφερε νὰ βλέπῃ τοὺς Χριστιανοὺς νὰ τρέχουν στὰ δικαστήρια καὶ γιὰ τὰ πιὸ μηδαμινὰ πράγματα νὰ ὁρκίζωνται• ὁ ὅρκος, κήρυττε, εἶνε ἀντίθετος μὲ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ (βλ. Ματθ. 5,34).

Ἦταν ἀκόμη κατὰ τῶν διαζυγίων, κατὰ τῆς πολυτελείας, κατὰ τῆς κλοπῆς, κατὰ τῆς μαγείας.

Πάνω ἀπ᾽ ὅλα ὅμως τὸν συγκινοῦσε ἡ Ὀρθοδοξία. Γι᾽ αὐτὴν ζοῦσε καὶ ἀνέπνεε. Οἱ αἱρετικοί, ποὺ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσι ἦρθαν κ᾽ ἐγκαταστάθηκαν στὴν Ἑλλάδα καὶ κατέλαβαν τὶς ἀνώτερες θέσεις, ἦταν ἐπικίνδυνοι γιὰ τὸ ὀρθόδοξο ποίμνιο. Λίγοι ἦταν, ἀλλὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν μεγάλο κακό. Γι᾽ αὐτοὺς ἔλεγε• «Ἕνα ψωριασμένο γίδι φτάνει νὰ κολλήσῃ ὅλο τὸ κοπάδι». Γι᾽ αὐτὴ τὴν καθαρότητα τῆς διδασκαλίας του ὁ π. Αὐγουστῖνος τὸν συμπαρατάσσει μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Μᾶρκο Εὐγενικό, τὸν ἅγιο Κοσμᾶ Αἰτωλὸ καὶ τὸν Κωνσταντῖνο Οἰκονόμο τὸν ἐξ Οἰκονόμων (ΑΝΤΙΠΑΠ. σ. 54).


Καὶ τὸ κήρυγμα τοῦ ἀσκητικοῦ αὐτοῦ ἱεροκήρυκος εἶχε θαυμαστὰ ἀποτελέσματα. Τὸ πέρασμά του ἦταν εὐλογία Θεοῦ• τὰ κλεμμένα ἐπιστρέφονταν, οἱ ὅρκοι σταματοῦσαν, οἱ μαγεῖες καταργοῦνταν, οἰκογένειες ποὺ τὶς χώριζε θανάσιμο μῖσος συμφιλιώνονταν μπροστὰ σὲ ὅλους, χωρισμένα ἀντρόγυνα ἑνώνονταν καὶ πάλι μὲ τὶς εὐλογίες τῆς Ἐκκλησίας, πλούσιοι ἄνοιγαν τὶς ἀποθῆκες τους καὶ ἔδιναν στὸν πεινασμένο λαό. Κυριαρχοῦσε ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ• ἡ πνοὴ τοῦ παναγίου Πνεύματος ἀναζωογονοῦσε τὶς ψυχὲς τῶν κατοίκων τῆς Πελοποννήσου.


Ἀπαγορεύσεις, φυλακίσεις, δικαστήρια


Ἀλλὰ τὸ κήρυγμα αὐτό, ποὺ γκρέμιζε τὰ κάστρα τοῦ σατανᾶ, δὲν ἄρεσε στοὺς ἄρχοντες τῆς ἐκκλησίας καὶ τῆς πολιτείας. Καὶ μιὰ μέρα, μὲ ἐγκύκλιο τῆς Ἱ. Συνόδου, ἀπαγορεύθηκε στὸν Παπουλάκο νὰ κηρύττῃ.


Ὁ ἀσκητὴς ἐπιστρέφει στὸ ἀσκητήριό του. Ἡ φωνὴ ὡστόσο τοῦ χρέους δὲν τὸν ἀφήνει ἥσυχο. Καὶ μιὰ νύχτα ἀφήνει πάλι τὸ ἐρημητήριο, μὲ τὴ σταθερὴ ἀπόφασι νὰ θυσιαστῇ γιὰ τοὺς ἀδελφοὺς πρὸς δόξαν τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἀρχίζει τὴν τελευταία –παράνομη μὲν ἀπὸ πλευρᾶς καίσαρος, νόμιμη ὅμως καὶ εὐλογημένη ἀπ᾽ τὸ Θεό– περιοδεία του. Μόλις ἀκουγόταν πὼς ἔρχεται, ὁ λαὸς τῶν χωριῶν ἔβγαινε νὰ τὸν προϋπαντήσῃ. Ταπεινὸς καὶ μειλίχιος στὸ λόγο του, ἀλλὰ ἄκαμπτος καὶ ἀσυμβίβαστος ὡς πρὸς τὴν πλάνη καὶ τὴν ἁμαρτία, ἀνέβαινε στὰ πρόχειρα βήματα καὶ δίδασκε τὸ πλῆθος. Ὁ λόγος του ἦταν νόμος• τοῦ εἶχαν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη. Εἶχε γίνει ἡ ἥρωας τοῦ λαοῦ, θρησκευτικὸς καὶ κοινωνικὸς ἡγέτης, ἱκανὸς νὰ πλάσῃ κόσμους κατὰ τὸν τύπο τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ. Περιοδεύοντας ἔφτασε μέχρι τὴν Καλαμάτα. Τὸν ἀκολουθοῦσαν χιλιάδες. Σχηματίστηκε ἱερὰ λιτανεία. Προπορευόταν ἕνας πιστὸς κρατώντας τὸ σταυρό, ἀκολουθοῦσε κλῆρος καὶ λαὸς ψάλλοντας «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ…».

Ἡ τελευταία ὅμως αὐτὴ κίνησις, ποὺ ἀπέβλεπε στὴν ἠθικὴ καὶ θρησκευτικὴ ἀναγέννησι τοῦ τόπου διὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔφερε μεγάλη ταραχὴ στοὺς ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐπισήμου ἐκκλησίας καὶ τοῦ κράτους. Ὁ Παπουλάκος διεβλήθη ὅτι συνωμοτεῖ κατὰ τοῦ καθεστῶτος, ὅπως ὁ Χριστὸς εἶχε διαβληθῆ ὅτι συνωμοτεῖ κατὰ τοῦ καίσαρος. Παρουσίασαν αὐτὸ τὸν ἄοπλο ὡς ἀρχηγὸ κινήματος! Καὶ πρὸς καταστολὴν τοῦ κινήματος(!) ἔστειλαν στρατὸ καὶ στόλο• διωργανώθηκε ὁλόκληρη ἐκστρατεία γιὰ τὴν σύλληψι τοῦ «ἐπαναστάτου». Ὁ Παπουλάκος βρῆκε τότε καταφύγιο στὰ σπήλαια τῆς Μάνης. Ἐκεῖ ἦταν ἀδύνατον νὰ συλληφθῇ• ὅλη ἡ Μάνη τὸν φρουροῦσε.

Ἀλλὰ ὁ ἱεραπόστολος τῆς Ὀρθοδοξίας προδόθηκε. Μπῆκαν σὲ ἐνέργεια τὰ τριάκοντα ἀργύρια. Ἰούδας γι᾽ αὐτὸν στάθηκε ἕνα ἱερεύς, ὁ παπα-Βασίλαρος, στὸν ὁποῖο τὸ κράτος ἔδωσε 6.000 χρυσὲς δραχμὲς ὡς ἀνταμοιβὴ γιὰ τὴν προδοσία. Ἔτσι ὁ Παπουλάκος συνελήφθη καὶ στὶς 27 Ἰουλίου τοῦ 1852 τὸν ἔρριξαν στὶς φυλακὲς τοῦ ῾Ρίο ἔξω ἀπὸ τὴν Πάτρα.

Μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο περίπου τὸν μετέφεραν σιδηροδέσμιο στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ δικαστῇ. Ἀπ᾽ ὅπου περνοῦσε, ὁ λαὸς ὑποκλινόταν καὶ προσευχόταν.


Στὸ δικαστήριο ὁ πρόεδρος τὸν ρώτησε• –Ποιόν διορίζεις συνήγορό σου; «κι ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε θαρρετά: –Δικηγόρος μου εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸς θὰ μοῦ παρασταθῇ» (Κ. Μπαστιᾶ, Ὁ Παπουλάκος, Ἀθῆναι 19634, σελ. 301) (ΨΑΛΜ. 31-40 σ. 101). Τὸ ἀκροατήριο σείστηκε ἀπὸ συγκίνησι. Ἡ δίκη ἦταν ἀδύνατον νὰ συνεχιστῇ• θεωρήθηκε σκόπιμο ν᾽ ἀναβληθῇ.



Ἐξορία καὶ θάνατος μάρτυρος


Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἡ Ἱ. Σύνοδος, σύνοδος γραμματέων καὶ φαρισαίων καὶ ταπεινὸ ὄργανο τοῦ βαυαρικοῦ κράτους, συνεδρίασε καὶ ἐξώρισε τὸν Παπουλάκο στὴ νῆσο Ἄνδρο, στὴν ἱ. μονὴ Παναχράντου. Ἐκεῖ τὸν περιώρισαν μέσα σ᾽ ἕνα κελλὶ καὶ ἕνας χωροφύλακας τὸν φρουροῦσε μέρα καὶ νύχτα.


Ἀλλὰ οἱ Χριστιανοὶ δὲν τὸν λησμόνησαν. Ἀπ᾽ τὰ νησιά, ἀπ᾽ τὰ παράλια τῆς Εὐβοίας, ἀπ᾽ τὰ βουνὰ τῆς Μάνης, ἀπὸ πόλεις καὶ χωριὰ ἔρχονταν νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν καὶ ν᾽ ἀκούσουν τὸν γνήσιο κήρυκα τοῦ εὐαγγελίου. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ ἐπικοινωνῇ μὲ κανένα, μέσα ἀπ᾽ τὰ κάγκελλα τοῦ κελλιοῦ – τῆς φυλακῆς του– δίδασκε τοὺς ἀνθρώπους. Κι αὐτὸ ὅμως ἀπαγορεύθηκε• αὐτός, ὁ εὐεργετικώτερος Ἕλληνας, καταδικάστηκε σὲ τελεία ἀπομόνωσι.

Στὸ διάστημα τῆς ἐξορίας του στὴν Ἄνδρο συνέβη καὶ τὸ ἑξῆς γεγονός. Τὸ 1854 ἐπισκέφθηκε τὸ μοναστήρι ὁ νεοχειροτόνητος ἐπίσκοπος Ἄνδρου Μητροφάνης (Οἰκονομίδης), τὸν ὁποῖο γνώριζε καλὰ ὁ Παπουλάκος ἀπὸ λαϊκὸ ἀκόμη. Ἀτένισε λοιπὸν τὸ δεσπότη καὶ μὲ πόνο βαθὺ ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἄφοβη εἰλικρίνεια ποὺ χαρακτήριζε ὅλη τὴ ζωή του τοῦ εἶπε• «Καὶ σύ, Μῆτρο, δεσπότης; Θὰ προκόψῃ ἡ Ἐκκλησία…». Ὁ δεσπότης ἔγινε ἔξαλλος ἀπὸ ὀργή. Σήκωσε τὸ δεσποτικὸ μπαστούνι του καὶ κατάφερε ἀλλεπάλληλα γερὰ χτυπήματα στὸν σεβάσμιο γέροντα. Ἔτσι ἔδειξε ὅτι ἦταν δεσπότης! Ὁ Παπουλάκος εἶνε παράδειγμα ἀδικίας μέσα στὸν ἱερὸ περίβολο τῆς Ἐκκλησίας (ΨΑΛΜ. 31-40 σ. 97).


Ἑπτὰ χρόνια ἔμεινε ὁ Παπουλάκος φυλακισμένος στὴν ἱ. μονὴ Παναχράντου. Τὰ τελευταῖα Χριστούγεννα ποὺ ἑώρτασε ἐδῶ στὴ γῆ ὁ ἅγιος ἀσκητὴς ἦταν τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1860. Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες βάρυνε πιά. Ἔπεσε κλινήρης. Ἦταν ὅλο προσευχή, κατάνυξι, δάκρυα.

Τὶς παραμονὲς τοῦ θανάτου του ὁ χωροφύλακας ποὺ τὸν φρουροῦσε ἦρθε, γονάτισε μπροστά του καὶ εἶπε• «Πάτερ μου, ἡ ζωή σου μὲ συγκίνησε. Δὲν θέλω νὰ γυρίσω πιὰ στὸν κόσμο. Θέλω νὰ γίνω μοναχὸς καὶ νὰ πάρω τὸ ὄνομά σου».


Στὶς 18 Ἰανουαρίου τοῦ 1861, ἑορτὴ τοῦ προμάχου τῆς Ὀρθοδοξίας ἁγίου Ἀθανασίου, ὁ νεώτερος πρόμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Ἑλλάδα Χριστοφόρος Παπουλάκος παρέδωσε τὸ πνεῦμα στὸν Κύριο.


Τύπος ἀποστολικοῦ ἱεροκήρυκος


Πέρασαν τόσα χρόνια ἀπὸ τότε, ἀλλὰ δὲν στάθηκαν ἱκανὰ νὰ σβήσουν τὴ μνήμη του. Ὀνόματα ὑπουργῶν, ἀρχιεπισκόπων καὶ ἐπισκόπων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ποὺ τότε ἔκαναν κρότο, ἔχουν λησμονηθῆ τελείως. Ποιός θυμᾶται πῶς λεγόταν π.χ. ὁ ἐπίσκοπος τῆς Καλαμάτας; Ἀλλὰ στὴν Πελοπόννησο δὲν ὑπάρχει κανεὶς ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ ἀκούσει ἀπὸ στόματα γεροντοτέρων τὸ ὄνομα τοῦ μάρτυρα αὐτοῦ μοναχοῦ. «Αὐτὸ τὸ ἔλεγε ὁ Παπουλάκος…», λένε. Σωρεία ἀνεκδότων ὑπάρχουν στὸ λαὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δρᾶσι του. Πράγματι «εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος» (Ψαλμ. 111,6).

Καὶ μόνος του ὁ Παπουλάκος, ἦταν ἡ ἐλευθέρα καὶ ζῶσα Ἐκκλησία. Καὶ ἂν τὸν ἄφηναν ἐλεύθερο νὰ ἐργασθῇ, θὰ γινόταν ἀναμορφωτὴς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας μὲ βάσι τὰ διδάγματα τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἡ ἡρωική του φυσιογνωμία προβάλλει καὶ πάλι. Παπουλάκος, τύπος ἀποστολικοῦ κήρυκος! Παπουλάκος, θρῦλος! Παπουλάκος, ἔμβλημα ἀγώνων! Παπουλάκος, ἅγιος! Ἂς τιμηθῇ λοιπὸν ἡ μορφή του ὅπως ἁρμόζει.



ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Comments