- Στὴν ἐπέτειο τῆς θυσίας του

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΚΙΔΗΣ - Ἀγκαλιὰ μὲ τὴν Ἑλλάδα



Σεβαστὸ Πρεσβυτέριο.
Ἀγαπητοί μου συμπατριῶτες καὶ
ἀγαπημένα μου παιδιά.

Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ δὲν ἔχει ἀνάγκη σήμερα ἰδιαιτέρων προσφωνήσεων, διότι ὁ καθένας μας τιμᾶται καὶ προσφωνεῖται ἀπὸ τὰ ἔργα του καὶ τὴν προσφορά του…

Ἀνέκαθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατέφευγε στὶς ἐκκλησίες ὅταν οἱ ἐχθροί του, τὰ λάθη καὶ οἱ παραλείψεις τοῦ χτυποῦσαν ἀνελέητα τὴν πόρτα του. Ἄλλοτε σὲ ὁλόφωτες ἐκκλησίες γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸ Θεὸ γιὰ τὴ νίκη καὶ τὴ σωτηρία του. Ἄλλες πάλι κρίσιμες στιγμές, στὸ μισοσκόταδο, κάτω ἀπὸ τὸ ἀκοίμητο καντήλι τῆς Παναγιᾶς, γιὰ νὰ ζητήσει βοήθεια καὶ παραμυθία. Στὸ χῶρο αὐτὸν μποροῦσε ὁ λαὸς νὰ πεῖ τὸν πόνο του, νὰ μιλήσει γιὰ τὶς κατάφωρες ἀδικίες καὶ νὰ σχεδιάσει μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ τὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας του. Ἔτσι ἔγινε στὴν Ἁγιὰ - Σοφιά, στὸ Κούγκι, στὸ Ἀρκάδι, στὴ Λαύρα…

Σήμερα, λοιπόν, συναχτήκαμε ἐδῶ, κάτω ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγιᾶς, μὲ ἀνάμεικτα καὶ ἀνάκατα αἰσθήματα. Εὐχαριστοῦμε, κάτω ἀπ᾽ τὸν ὁλόφωτο πολυέλεο, γιὰ τὶς νίκες τῆς Πατρίδας μας στὸν Ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο μετὰ τὴν ἄδικη καὶ ἀπαράδεκτη ἐπίθεση ποὺ ὑπέστη. Καὶ ἡ Παναγιά, μετὰ τὴν προσβολὴ ποὺ δέχτηκε τὸν Αὔγουστο τοῦ ᾽40, ὁδήγησε τὰ βήματα τῶν στρατιωτῶν μας, μέσα ἀπὸ τὰ χιονισμένα ἀπόκρημνα βουνὰ καὶ τοὺς ἔδωκε δύναμη καὶ ὑπεράνθρωπες ἱκανότητες νὰ σηκώσουν στοὺς ὤμους τους ὁλάκερη τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ καὶ ὅλοι μαζί, σὰν λαός, ἀνοίξαμε δρόμους στὸ χιόνι κουβαλώντας τὸ προσάναμμα γιὰ νὰ μὴ σβήσει ἡ σπίθα τοῦ ὑπὲρ πάντων ἀγῶνος γιὰ τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια τῆς φυλῆς.

Καὶ ἔτσι νικήσαμε. Γιατὶ ὁ λαὸς αὐτὸς εἶχε δίκιο, γιατὶ ἔτσι ἔπρεπε, γιατὶ τὸ ἄδικο δὲν εὐοδοῦται!...

Καὶ ἦρθε τὸ ᾽41 καὶ ἡ μεγάλη εἰσβολὴ τῶν Γερμανῶν. Καὶ πάλι νικήσαμε, γιατὶ ἡ νίκη «δὲν μετριέται μὲ τὸ στρέμμα, μὲ τῆς καρδιᾶς τὸ πύρωμα μετριέται καὶ μὲ τὸ αἷμα»!


Καὶ πάλι νικήσαμε! Γιατὶ ὁ λαός μας δὲν ἔδωσε ποτέ τὶς ἁλυσίδες στὸν ἐχθρὸ γιὰ νὰ τὸν δέσει, γιατὶ ἔτσι πάντα γίνεται ὅταν δὲν ὑπάρχουν ἐφιάλτες! Καὶ στὴν περήφανη χώρα μας πάντα ὑπῆρχαν καὶ θὰ ὑπάρχουν ἐφιάλτες ποὺ ἀνοίγουν κερκόπορτες, ἔτσι γιὰ νὰ νομίζει ὁ ἐχθρὸς πὼς νίκησε!

Ἀγαπητοί μου συμπατριῶτες.



Σ᾽ αὐτὴν τὴν ἐγκληματικὴ ἀδυναμία τῆς φυλῆς μας ἐπιτρέψτε μου νὰ σταθῶ σήμερα μὲ τὰ ταπεινά μου λόγια. Συνάμα ὅμως ἀντιπαραθέτοντας καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆ ς ἑλληνικῆς ψυχῆς ποὺ μᾶς δείχνει τὸ δρόμο, ἔτσι ὥστε νὰ μὴ μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι δὲν ἤξερε καὶ λάθεψε!...




27 Ἀπριλίου τοῦ ᾽41.
Τὸ σκοτάδι τῆς σκλαβιᾶς κατεβαίνει νότια καὶ σκεπάζει μὲ τὴν ἀπαίσια κατάμαυρη ὄψη του, ἀπ᾽ ἄκρη σ᾽ ἄκρη, τὴν Πατρίδα μας. Οἱ Γερμανοὶ μπαίνουν στὴν Πρωτεύουσά μας, τὴν πόλη τῆς Ἀθηνᾶς. Γερμανικὸς οὐλαμὸς ἀνεβαίνει στὴν Ἀκρόπολη καὶ βεβηλώνει μὲ τὶς ἄνομες μπότες του τὸν Ἱερὸ Βράχο.



Οἱ εἰσβολεῖς θεωροῦν ἐπιβεβλημένο νὰ κατεβάσουν τὴν γαλανόλευκη ἀπὸ τὸ Βράχο, λὲς καὶ μ᾽ αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ κατάφερναν νὰ τὴν ὑποστείλουν καὶ ἀπὸ τὶς καρδιὲς τοῦ ὑπόδουλου λαοῦ μας. Στὴ θέα τοῦ μισητοῦ συμβόλου τῆς σβάστικα, ὁ δεκαεπτάχρονος φρουρὸς τοῦ Βράχου κέρωσε.



Κατάλαβε πολὺ καλὰ τί θὰ γινόταν… Μέσα στὶς φλέβες του τὸ ἑλληνικὸ αἷμα κύλισε βιαστικά. Ξύπνησαν μέσα του τὰ ἄγονα βουνὰ καὶ οἱ ξεροὶ βράχοι τῆς Πατρίδας του. Μὰ τοῦτος δῶ ὁ Βράχος ἦταν ξεχωριστός. Δὲν εἶχε νὰ προστατέψει τὸ παλληκάρι τίποτα πάνω σὲ τοῦτο τὸ βράχο, μὰ συνάμα καὶ ὅλη τὴν Ἑλλάδα μαζί: τὴν τρισχιλιετῆ ἱστορία της, τὸν πολιτισμὸ ἀλλὰ καὶ τὸ αἷμα τῶν προγόνων. Ὄχι, δὲν θ᾽ ἄφηνε τὸ Βράχο αὐτὸν στὴν τύχη του. Δὲν εἶχε ἕνα τέτοιο δικαίωμα. Ἡ ζωή του θὰ ἦταν ἀσήμαντη καὶ τιποτένια, ἂν ἐπέτρεπε νὰ κυματίσει στὸ Βράχο αὐτό, ποὺ ἀκουμποῦσε τὴ στιγμὴ ἐκείνη ὅλη ἡ Ἑλλάδα, τὸ μισητὸ σύμβολο τῆς σκλαβιᾶς.


Καὶ τότε, τὸ ἀμούστακο παλικάρι ἀπὸ τὸν Πόντο, τὸ πάμφτωχο καὶ στερημένο, χωρὶς νὰ ἔχει γευτεῖ τὶς χαρὲς τῆς ζωῆς, προτίμησε νὰ γευτεῖ τὴ δόξα καὶ τὴν τιμὴ τοῦ θανάτου!...


Γιατὶ ὁ θάνατος ἦταν χίλιες φορὲς προτιμότερος γιὰ Κεῖνον ἀπὸ μία ταπεινωμένη καὶ μαγαρισμένη ζωή.



Ὁ εὔελπις Κωνσταντῖνος Κουκίδης πῆρε ἀγκαλιὰ τὴν ἑλληνικὴ σημαία καὶ τοῦ φάνηκε ὅτι ἀγκάλιασε ὅλη τὴν Ἑλλάδα.

Ἔνιωσε ὅτι δὲν ὑπῆρχε κανείς ἄλλος δίπλα του ἐκείνη τὴ στιγμὴ κι ἔπρεπε νὰ προστατέψει μόνος του τὴν τιμὴ ἑνὸς ὁλάκερου Ἔθνους. Δὲν τὸν ἔνοιαξε νὰ δεῖ τί θὰ κάνουν οἱ ἄλλοι. Ἐκεῖνο ποὺ ἤξερε ἦταν τί ἔπρεπε νὰ κάνει αὐτός. Καὶ τὸ καθῆκον τὸν ὁδηγοῦσε στὴ θυσία.



Τὸ ἀποφάσισε ἡ Πατρίδα του κι ἐκεῖνος ἔπρεπε νὰ ὑπακούσει! Τ᾽ ἀπόκρημνα βράχια ἔχασκαν ἀπὸ κάτω του. Μὰ τὸ καθῆκον τὸν καλοῦσε. Τὸ τιμημένο σύμβολο δὲν ἔπρεπε νὰ πέσει σὲ βρώμικα καὶ ἄνομα χέρια. Ὁ ἥρωας συντρίφτηκε στὰ βράχια, ἀλλὰ ἡ ψυχή του τυλιγμένη στὴ γαλανόλευκη πέταξε στὸν οὐρανὸ κι ἔγινε πολικὸ ἀστέρι, δείχνοντας στοὺς λαοὺς στὰ πέρατα τοῦ κόσμου γιατί ζοῦν καὶ πῶς πεθαίνουν οἱ Ἕλληνες!...



Στὴν ἱερὴ σκιά Σου ὑποκλινόμαστε σήμερα, ἐκλεκτὸ τέκνο τῆς Πατρίδας Κωνσταντῖνε Κουκίδη! Ὅμως δὲν ξέρω ἂν μᾶς καταδεχτεῖς, ἢ θὰ γυρίσεις περιφρονητικὰ ἀλλοῦ τὰ γαλανά Σου μάτια ποὺ βρῆκαν μέσα ἀπὸ τὸ πονεμένο μονοπάτι τοῦ θανάτου, τὴ λεωφόρο της ἀθανασίας. Ὅποια καὶ νά ᾽ναὶ ἡ ἀντίδρασή Σου ἐγὼ θὰ τὴ δεχτῶ, γιατὶ ξέρω ὅτι ἔχεις ἀπόλυτο δίκιο. Τί σχέση ἔχουμε ἐμεῖς μ᾽ Ἐσένα;



Ἐσύ, ἕνα ἀμούστακο παλληκάρι, σήκωσες στοὺς ὤμους Σου ὁλάκερη τὴν Ἑλλάδα!


Ἐμεῖς ὅλοι, σήμερα, κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε γιὰ νὰ τὴ σπρώξουμε στὰ τάρταρα…

Ἐσύ, ἕνα ἄγνωστο καὶ ταπεινὸ παλληκάρι, ἔδειξες μὲ τὴ θυσία Σου τὴν ἀνικανότητα καὶ τὴν ἀνηθικότητα ὅλων τῶν πολιτικῶν νάνων τοῦ σήμερα…


Ἐσύ, χάρισες τὴ ζωή Σου στὴν Πατρίδα χωρὶς νὰ ζητήσεις τίποτα, γιατὶ ἤξερες ὅτι ζωὴ χωρὶς Πατρίδα δὲν ἔχει καμιά ἀξία!


Ἐσύ, δὲν θέλησες στὴ ζωή Σου ὑλικὰ ἀγαθά!


Ἐμεῖς, σήμερα, οἱ τιποτένιοι, κλέψαμε τὴν Πατρίδα μας γιὰ νὰ πλουτίσουμε προσωπικά, ἀδιαφορώντας γιὰ κάθε ἔννοια δικαίου καὶ ἠθικῆς…


Ἐσὺ εἶπες ὄχι καὶ πάλι ὄχι στὸν ἐξευτελισμὸ καὶ τὴ διαπόμπευση τῆς Πατρίδας καὶ τοῦ λαοῦ μας!


Ἐμεῖς, σήμερα, λέμε κάθε μέρα δουλικὰ ναὶ καὶ πάλι ναί, ἐξευτελισμένοι ὑπηρέτες ἐκείνων ποὺ κάποτε φωτίστηκαν ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα καὶ νόμισαν ὅτι αὐτομάτως ἐνεγράφησαν στὸ ἀνθρώπινο εἶδος, ποὺ πάμπολες φορὲς ὕστερα ἐξευτέλισαν, δείχνοντας τὶς πραγματικὲς καταβολές τους…


Ἐσύ, δὲν εἶπες ψέματα στὴν Πατρίδα καὶ στὸ λαό μας, ὑπογράφοντας μὲ τὸ αἷμα σου τὶς ἀποφάσεις σου «τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενος»!


Ἐμεῖς, σήμερα, εἴπαμε ψέματα, κοροϊδέψαμε τὸ λαό μας, ἐξευτελίσαμε κάθε ἔννοια ἠθικῆς καὶ ὅλα αὐτὰ ἀπὸ ἰδιοτελὲς καὶ ἀνήθικο προσωπικὸ συμφέρον…


Ἐσύ, σεβάστηκες κάθε σπιθαμὴ τοῦ Ἱεροῦ Βράχου, γιατὶ ἤξερες ὅτι οἱ βράχοι καὶ τὰ κακοτράχαλα βουνὰ τῆς Πατρίδας μας εἶναι ποτισμένα, σπιθαμὴ πρὸς σπιθαμή, μὲ αἷμα ἑλληνικὸ καὶ ἐπικατάρατος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δὲ σέβεται τὶς θυσίες τῶν προγόνων του!


Ἐμεῖς, σήμερα, ξεπουλᾶμε ὅ,τι βροῦμε, ἀρκεῖ ν᾽ ἀποκομίσουμε πρόσκαιρα τριάκοντα ἀργύρια, ποὺ θὰ τὰ πετάξουμε στὴ συνέχεια στὰ πόδια τῶν δανειστῶν μας, γυμνοὶ καὶ καταφρονημένοι, ἀκολουθώντας τὸ δρόμο τῆς ἀγχόνης…


Ἐσύ, πέρασες στὴν ἀθανασία ἔνδοξος καὶ ὁλόφωτος!


Ἐμεῖς, σήμερα, θὰ περάσουμε στὴν ἀπαξία καὶ στὸ περιθώριο τῆς Ἱστορίας, ἐφιάλτες γιὰ πάντα στιγματισμένοι καὶ αἰώνια μαγαρισμένοι…


Ἐσύ, ἔβαλες τὰ θεμέλια γιὰ μία περήφανη Πατρίδα!


Ἐμεῖς, σήμερα, ξεθεμελιώσαμε ὅ,τι Σὺ μὲ τὸ αἷμα Σου ἔχτισες, ἀμνήμονες, ἀγνώμονες καὶ ἀπάτριδες…


Ὅμως, τιμημένε μας Πρόγονε, θά ᾽θελα –ἂν μοῦ τὸ ἐπιτρέπεις– καὶ χωρὶς νὰ σὲ κοιτάζω ἀπὸ ντροπὴ στὰ μάτια, ἐκεῖ στὰ ριζὰ τοῦ Βράχου τῆς θυσίας Σου, νὰ σοῦ ψελλίσω δύο λόγια καρδιᾶς.


Ὅλοι ἐμεῖς οἱ φτωχοί, οἱ καταφρονημένοι Ἕλληνες σὰν κι ἐσένα, δὲν ξεχνᾶμε τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἀξία τῆς θυσίας Σου. Δὲν πράξαμε μέχρι τώρα βέβαια τὸ καθῆκον μας …Δὲν εἴχαμε ἄλλωστε τὴ δύναμη τῆς δικῆς Σου ψυχῆς. Κάτι ὅμως μέσα μας ἔχει ἀπομείνει ἀπ᾽ τὸ δική σου σπορά! Σηκώνουμε τ᾽ ἀδύναμα χέρια μας ψηλὰ καὶ Σοῦ ζητᾶμε ταπεινὰ βοήθεια γιὰ νὰ ξεφύγουμε ἀπὸ τὴ ντροπὴ καὶ τὴν καταφρόνια… Τὸ ξέρουμε ἄλλωστε πὼς ὁ μεγάλος Θεὸς σοῦ ᾽χει ἰδιαίτερη ἀδυναμία!


Κι ἐμεῖς, οἱ ἀνάξιοι, σηκώνοντας τὸ τιποτένιο ἀνάστημά μας προσπαθοῦμε νὰ ξαναδοῦμε καὶ νὰ ξαναβροῦμε τὴν Πατρίδα μας στὰ μάτια Σου. Οἱ σταγόνες ἀπὸ τὸ αἷμα σου, ποὺ ἔβαψαν τὸ δρόμο μας, δὲ θὰ μᾶς ἀφήσουν νὰ λαθέψουμε γιὰ ἄλλη μία φορά!


Ὅσο λίγοι κι ἂν μείνουμε, δὲν θὰ γυρίσουμε πίσω!


Ἐμεῖς τουλάχιστον, ντρεπόμαστε πιά!...


Αἰωνία σου ἡ μνήμη, Κωνσταντῖνε Κουκίδη!


Αἰωνία σας ἡ μνήμη, Ἅγιοι Πρόγονοί μας!



τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ κ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ Γ. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΥ


[Λόγος πανηγυρικὸς – Παναγία Ἑκατονταπυλιανὴ
Πάρος 28 Ὀκτωβρίου 2012]

Comments