- Ἀλέξανδρος Ἀντώνοβιτς Μέντεμ (ΜΕΡΟΣ Β')


Ο
ἱ πολλὲς ἀντιξοότητες καὶ δυσκολίες τῆς κυβερνήσεως μαζὶ καὶ μὲ τὴν ἀσθένειά του ἀνάγκασαν τὸν Ἀλέξανδρο νὰ μὴ μπορῇ πλέον νὰ ἐργαστῇ στὰ ἐνοικιασμένα χωράφια ποὺ βρισκόταν ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς πόλεως ποὺ ζοῦσε. Οὔτε ὅμως καὶ γιὰ τὸ Σοβιετικὸ καθεστὼς τοῦ ἐπέτρεψε ἡ συνείδησί του νὰ ἐργαστῇ.

Ἔγραψε λοιπὸν στὰ παιδιά του γι᾽ αὐτή του τὴ δυσκολία•

«Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι πιθανὸν νὰ ἀξίζω νὰ κατηγορηθῶ γι᾽ αὐτή μου τὴ στάσι. Λένε ὅτι ἐγώ, ἕνας ἄντρας γεμᾶτος δύναμι καὶ ὑγεία, ἀρνοῦμαι νὰ δεχτῶ μιὰ δουλειὰ ἀπὸ τὸ σοβιετικὸ καθεστώς. Πῶς ὅμως νὰ δεχτῶ νὰ δουλέψω γιὰ τοὺς λῃστὰς τῆς Ῥωσικῆς γῆς; Καὶ γι᾿ αὐτή μου τὴ στάσι μὲ κατηγοροῦν λέγοντάς μου “πὼς ὅλοι οἱ ἄλλοι δουλεύουν κατ᾽ ἀνάγκη, ἐνῷ ἐσὺ δὲν τὸ κάνεις. Μήπως θεωρεῖς τὸν ἑαυτὸ σου κάτι τὸ ἰδιαίτερο;”. Ὄχι, δὲν φέρομαι ἀλαζονικά• ἁπλᾶ δὲν μπορῶ νὰ σκεφτῶ ὅτι ὁ Θεὸς σῴζοντάς με ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς δοκιμασίες θέλει νὰ ὑπηρετήσω τοὺς ἀνθρώπους ποὺ πρόδωσαν τὴ χώρα μας. Προτιμῶ νὰ πεθάνω ἀπὸ τὴν πεῖνα παρὰ νὰ δουλέψω γι᾿ αὐτούς… Πρέπει νὰ περιμένουμε ὑπομονετικὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσουν κάποιοι ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ δύσκολη κατάστασι ποὺ ἔχουμε περιέλθει».

Ἀργότερα ἔγραψε στὸ γυιό του γιὰ τὴν κατάστασι τῆς χώρας•

«Σὲ παρακαλῶ, μὴν πιστεύεις ὅλα αὐτὰ ποὺ λένε γιὰ ἀνάπτυξι τῆς βιομηχανίας καὶ ἀποκατάστασι τῆς ἀγροτικῆς οἰκονομίας. Ὅλες οἱ πληροφορίες εἶνε κατασκευασμένες. Οἱ ἀγρότες εἶνε ἐξαθλιωμένοι, δὲν γνωρίζω κανένα νὰ ἔχει στὴν κατοχή του 3 ἄλογα καὶ οἱ τιμὲς ὅλων τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων εἶνε ὑπερβολικές. Ἡ παραγωγὴ τῶν χωρικῶν ἔχει μειωθῆ στὸ ἔπακρο…Οἱ πιέσεις στὴν Ἐκκλησία ἔχουν αὐξηθῆ γιὰ ἀκόμη μία φορά, καὶ ὁ μητροπολίτης Πέτρος εἶνε στὴ φυλακή… (Ὁ μετέπειτα ἱερομάρτυρας Πέτρος Polyansky). Στὸν Καύκασο πῆραν ὅλες τὶς Ὀρθόδοξες ἐκκλησίες καὶ τὶς ἔδωσαν στὴ “Ζωντανὴ Ἐκκλησία”, σ᾿ αὐτοὺς δηλαδὴ ποὺ ὑπηρετοῦν τὸν ἀντίχριστο. Πρὸς τὸ παρὸν στὴν περιοχή μας δὲν ἔχουν φτάσει ἀκόμη αὐτοὶ τῆς “Ζωντανῆς Ἐκκλησίας”, ἀλλὰ εἶνε ζήτημα χρόνου νὰ ἔρθουν, καὶ τότε θὰ εἶμαι ὁ πρῶτος ποὺ θὰ σκοτώσουν. Δὲν ἔχω τὸ παραμικρὸ ἴχνος φόβου γι᾿ αὐτό. Ἀντίθετα, θὰ εἶμαι ἰδιαίτερα χαρούμενος… Εἴθε νὰ γίνῃ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς θὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ πρέπει κι ἂν θέλῃ ὁ Θεὸς θὰ χύσουμε καὶ τὸ αἷμα μας. Νὰ ἔχῃς τὴν εὐλογία μου, ἀγόρι μου, γιὰ ὅλη σου τὴ ζωή. Ζῆσε ἁπλᾶ, τίμια, μὲ φόβο Θεοῦ. Ποτέ νὰ μὴν ἀπελπιστῇς».



Τὸ 1928 ὁ Ἀλέξανδρος συνελήφθη καὶ κρατήθηκε στὶς φυλακὲς τοῦ Σάρατοβ. Ἀφοῦ τελείωσε ἡ ἀνάκρισi ἀπὸ τὶς σοβιετικὲς ἀρχές, τοῦ ἀπαγορεύθηκε ἡ παραμονή του στὶς ἕξι μεγάλες πόλεις τῆς Ῥωσίας καὶ ἔτσι ἐγκαταστάθηκε στὴν πόλι Σύζραν. Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ εἶχε πεθάνει ἡ γυναίκα του, γι᾿ αὐτὸ τὸν συνώδεψαν στὴν ἐξορία οἱ δυό του κόρες.


Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1930 ὁ Ἀλέξανδρος συνελήφθη ξανά. Ὁ ἀνακριτὴς τὸν ρώτησε γιὰ τὰ πολιτικά του φρονήματα κ᾽ ἐκεῖνος ἀπάντησε ὅτι δὲν ἀσχολεῖται μὲ τὴν πολιτικὴ κι ὅτι εἶνε ἀντίθετος μὲ τὸ πρόγραμμα ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ κομμουνιστικὸ κόμμα. Ὁ Ἀλέξανδρος εἶχε φοβερὴ αὐτοκυριαρχία καὶ τιμιότητα, παρ᾿ ὅλο ποὺ ὑπέφερε ἀπὸ φυματίωσι στὰ πνευμόνια γιὰ πολλὰ χρόνια. Ὁ ἀνακριτὴς ἐπέμενε ὅτι πρέπει ν᾿ ἀπαντήσῃ σ᾿ ὅλες τὶς ἐρωτήσεις ποὺ τοῦ ὑποβάλλει, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ὡς ἀπόφοιτος τῆς νομικῆς σχολῆς ἀπάντησε ὡς ἑξῆς.
–Δὲν γνωρίζω κανένα στὴν πόλι Σύζραν καὶ δὲν ἐπισκέπτομαι οὔτε μ᾿ ἐπισκέπτεται κανείς. Εἶνε ἐλάχιστοι ἐκεῖνοι ποὺ εἴτε γνωρίζω τὸ ἐπίθετό τους εἴτε τοὺς γνωρίζω φυσιογνωμικά. Ἐπίσης ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι ποὺ χαιρετῶ στὸ δρόμο μὴ γνωρίζοντας κἂν τὸ ἐπίθετό τους. Ἔτσι μοῦ εἶνε δύσκολο νὰ κατονομάσω ἀνθρώπους ποὺ γνωρίζω φυσιογνωμικὰ καὶ μόνο, μιᾶς καὶ οὔτε τοὺς γνωρίζω καλὰ οὔτε εἶνε φίλοι μου.
—Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ γνωρίζεις στὴν πόλι Σύζραν; ρώτησε ὁ ἀνακριτής.
—Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ξέρω στὴν πόλι, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τοὺς κατονομάσω διότι δὲν τοὺς θυμᾶμαι.
—Πολίτη Μέντεμ, ἀρνεῖσαι νὰ ὀνομάσῃς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ξέρεις;
—Ἀρνοῦμαι, διότι δὲν θυμᾶμαι.
—Ἀπὸ τὴν ἀπάντησί σου, πολίτη Μέντεμ, συνάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀπὸ τὴ μία ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ γνωρίζεις, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη δὲν τοὺς γνωρίζεις.
—Ἔτσι ἀκριβῶς εἶνε.
Μιὰ τέτοια ἀπάντησι ἔφερε τὸν ἀνακριτὴ σὲ ἀδιέξοδο. Ἔτσι ἀνάγκασε τὸν Ἀλέξανδρο νὰ γράψῃ τὸ παρακάτω ὑπαγορευμένο κείμενο. «Ὑπογράφω ὅτι στὶς 28 Δεκεμβρίου τοῦ 1930 ἀρνήθηκα νὰ κατονομάσω τοὺς ἀνθρώπους τῆς πόλεως Σύζραν στὸν ἀνακριτὴ ποὺ ἦταν ἐντεταλμένος νὰ μὲ ἀνακρίνῃ κ᾽ἔτσι ἐμποδίζω τὴν διαλεύκανσι τῆς ὑποθέσεως. Ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶνε ὑπεύθυνο τὸ τμῆμα ἀνακρίσεων τῆς Σύζραν ἂν ἀκολουθήσῃ τὶς προβλεπόμενες νομικὲς διαδικασίες γιὰ ὅσο διάστημα θὰ εἶμαι ὑπὸ κράτησι».

Ἀφοῦ ὑπέγραψε τὸ κείμενο αὐτό, ὁ Ἀλέξανδρος ἔγραψε τὴν ἑξῆς προσθήκη• «Ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γνωρίζω τὸ ὄνομα, ἐπίθετο καὶ πατρώνυμό τους, θυμᾶμαι ἐλάχιστους τὴν παροῦσα στιγμή, καὶ ἀρνοῦμαι νὰ τοὺς κατονομάσω, διότι δὲν εἶνε δυνατὸν ἀνθρώπους ποὺ θυμᾶμαι κατὰ τύχη νὰ τοὺς κατονομάσω καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ διαπράξω ἐναντίον τους ἀδικία».
Ἔτσι ἡ ὑπόθεσι δὲν ἐκδικάστηκε ποτέ.

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1931 οἱ δύσκολες συνθῆκες στὴ φυλακὴ χειροτέρεψαν τὴν ὑγεία του, καὶ στὶς 22 Φεβρουαρίου μεταφέρθηκε στὸ ἰατρεῖο τῆς φυλακῆς μὲ βαρειὰ φυματίωσι. Μόλις οἱ δυό του κόρες πληροφορήθηκαν τὴν ἐπιδείνωσι τῆς ὑγείας του, πῆραν τὴν ἄδεια νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν στὴ φυλακὴ τὴν ἑπόμενη μέρα. Ἦταν ὅμως πολὺ ἀργά. Ὅταν ἔφτασαν τὴν ἄλλη μέρα στὴ φυλακή, πληροφορήθηκαν ὅτι εἶχαν θάψει τὸν πατέρα τους τὸ προηγούμενο βράδυ καὶ οἱ φρουροὶ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποδείξουν τὸν τόπο.

Ὁ Ἀλέξανδρος Ἀντώνοβιτς κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ στὸ ἰατρεῖο τῆς φυλακῆς τὴν 1 Ἀπριλίου τοῦ 1931. Ἡ κηδεία του ἔγινε ἐρήμην του στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Σύζραν.


Ἡ Ῥωσικὴ Ἐκκλησία τὸν κατέταξε στοὺς ἁγίους τὸ 2000 καὶ τιμᾶ τὴ μνήμη του στὶς 10/23 Νοεμβρίου. Ἡ ζωὴ καὶ τὸ μαρτύριό του εἴθε νὰ ἐμπνέουν κ᾽ ἐμᾶς σήμερα.


Νεομάρτυρες τῆς Ῥωσίας, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν.


[ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «Orthodox Word», τ. 282-283/2012
μετάφρασις• ἱερὰ μονὴ Ἁγίου Αὐγουστίνου Φλωρίνης]

Comments