-Ἡ πνευματικὴ ἐξέλιξις τοῦ ἀνθρώπου

† μοναχοῦ Κωνσταντίνου (Καβαρνοῦ), καθηγητοῦ πανεπιστημίου




Ζ΄ (τελευταῖο)



Ἡ φαντασία, μία ἀπὸ τὶς κατώτερες δυνάμεις τῆς ψυχῆς, λειτουργεῖ σ᾽ ἕνα χῶρο μεταξὺ λόγου καὶ αἰσθήσεως. Διακρίνεται σὲ πρέπουσα καὶ ἀπρεπῆ. Ἡ πρέπουσα φαντασία εἶνε συνεργὸς στὴ μελέτη, ὅταν π.χ. κάποιος σχηματίζει μία εἰκόνα τῆς Τελικῆς Κρίσεως μὲ σκοπὸ νὰ ξεφύγῃ ἀπὸ χαμερπεῖς καὶ πονηρὲς σκέψεις. Ἀπρεπὴς φαντασία εἶνε ἐκείνη ποὺ ἀσχολεῖται μὲ χαμερπῆ, δαιμονικὰ καὶ ἀπρεπῆ ἀντικείμενα. Αὐτὸ ἀποφεύγεται μὲ τὴν ἐξάσκησι τῆς ἐσωτερικῆς προσοχῆς ἢ νήψεως.


Ἡ προσπάθεια γιὰ ἐσωτερικὴ κάθαρσι θὰ πρέπῃ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν προσπάθεια γιὰ τὴν ἀπόκτησι τῶν διαφόρων ἀρετῶν. Κατὰ τὸν ἴδιο χρόνο ποὺ ἀγωνιζόμαστε ν᾽ ἀπαλλάξουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ ἀρνητικὲς ἰδότητες, ἀπὸ ἐλαττώματα, θὰ πρέπῃ νὰ προσπαθοῦμε νὰ καλλιεργοῦμε καλές, ὡραῖες ἰδιότητες. Ὁ Θεὸς προίκισε τὴν ἀνθρώπινη ψυχὴ μὲ δυνατότητες γιὰ τὶς ἀρετές. Οἱ δυνατότητες αὐτὲς ἀποτελοῦν μέρος αὐτοῦ ποὺ ἀπὸ τὴν Βίβλο ὀνομάζεται τὸ «κατ᾽ εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ. Οἱ δυνατότητες γιὰ τὶς ἀρετὲς δὲν ἀναπτύσσονται αὐτομάτως σὲ πραγματικὲς ἀρετές. Πρέπει ἡ θέλησί μας νὰ προσανατολίζεται συνεχῶς πρὸς τὴν ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν, τὶς ὁποῖες νὰ θεωρῇ ὡς ἰδιότητες ποὺ ἀποτελοιῦν τὸ στολισμὸ της ψυχῆς καὶ τὴν κάνουν ὅμοια μὲ τὸ Θεό (δηλαδὴ «καθ᾽ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ). Ἐπίσης χρειάζεται ἀκατάπαυστη πολυειδὴς ἄσκησι ἢ «ἐργασία ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας».







* * *


12. Πνευματικὴ τελειότης

Ὁ ἅγ. Γρηγόριος Νύσσης, ποὺ ἀγωνίστηκε μὲ ζέσι γιὰ ν᾽ ἀποκτήσῃ πνευματικὴ τελειότητα, λέει σ᾽ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ προκόψουν πνευματικὰ καὶ ποθοῦν τὴν τελειότητα νὰ κάνουν ὡς ἑξῆς. Ν᾽ ἀκολουθοῦν τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἀριστοτέχνου ζωγράφου, ποὺ θέλει νὰ δημιουργήσῃ ἕνα ὡραῖο ἔργο καὶ τὸ ἐπιτυγχάνει κοιτάζοντας ἕνα ὡραῖο ἀρχέτυπο• προσπαθεῖ νὰ ζωγραφίσῃ ἕνα ὁμοίωμά του χρησιμοποιώντας ὡραῖα χρώματα. Ἔτσι κι αὐτὸς ποὺ ἀγωνίζεται γιὰ τὴν τελειότητα πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνα ὑπέροχο πνευματικὸ πρότυπο, τὴν Ἀρχέτυπη Ὡραιότητα, δηλαδὴ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ προσπαθῇ νὰ παράγῃ μέσα στὴν ψυχή του ἕνα ὁμοίωμά του χρησιμοποιώντας πνευματικὰ ἀντίστοιχα τῶν ὡραίων χρωμάτων. Αὐτὰ εἶνε οἱ ἀρετές• ἡ πίστι, ἡ ταπείνωσι, ἡ πραότητα, ἡ ὑπομονή, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀγάπη, ἑλπίδα κ.τ.λ. (Περὶ τελειότητος ἔ.ἀ., σσ. 195-196).

Ὁ ἀπ. Παῦλος προβάλλεται ἐπίσης ἀπὸ τὸν ἅγ. Γρηγόριο Νύσσης ὡς ἕνα πρότυπο πρὸς μίμησιν. Διότι ὁ Παῦλος μιμήθηκε τὸ Χριστὸ μὲ πολὺ σαφῆ καὶ εὐκρινῆ τρόπο καὶ μεταμόρφωσε τὸ χαρακτῆρα του σύμφωνα μὲ τὸ χαρακτῆρα τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶνε τὸ Ἀρχικὸ Πρότυπο.

Οἱ ἅγιοι γενικὰ συνιστῶνται ἀπὸ τὸν ἅγ. Βασίλειο (ἀδελφὸ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης) ὡς πρότυπα πρὸς μίμησιν, ἐπειδὴ μιμήθηκαν τὸ Χριστὸ ὅπως ὁ Παῦλος. Ὅπως οἱ ζωγράφοι, λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, ἀτενίζουν διαρκῶς στὰ πρότυπά τους καὶ ἔτσι προσπαθοῦν νὰ μεταφέρουν στὴν τέχνη τους τὴν ἔκφρασι τοῦ προτύπου, ἔτσι κι αὐτὸς ποὺ ποθεῖ νὰ τελειοποιήσῃ τὸν ἑαυτό του σὲ κάθε εἶδος ἀρετῆς πρέπει ν᾽ ἀτενίζῃ στοὺς βίους τῶν ἁγίων σὰν σὲ ζωντανὰ ἀγάλματα ποὺ κινοῦνται καὶ δροῦν καὶ μὲ τὴ μίμησι νὰ κάνῃ τὴν ὑπεροχή τους δική του.

Τὸ ἴδιο ὁ ἅγ. Ἐφραὶμ ὁ Σῦρος λέει στὰ Ἀσκητικά του• «Λοιπὸν ἀγωνιστῆτε σὰν νὰ ἐπρόκειτο ἡ ζωή σας νὰ ζωγραφιστῇ καὶ νὰ τοποθετηθῇ σὲ ὑψηλὸ τόπο γιὰ νὰ τὴ δοῦν ὅλοι• καὶ περισσότερο ἂς φροντίσουμε νὰ κατορθώσουμε τὴν ἀρετή, γιὰ νὰ μὴ τεθῇ στὴν εἰκόνα κάτι ἀξιοκατάκριτο καὶ ἀταίριαστο… Ἂς φροντίσουμε λοιπὸν εἰλικρινὰ γιὰ τὴν ἀρετή, γιὰ νὰ γίνῃ ἡ σύνθεσι καὶ ἡ κατασκευὴ τῆς εἰκόνας μας ὡραία καὶ ἐπαινετή, παρακινώντας μὲ τὴν ὀμορφιά της ὅσους τὴ βλέπουν σὲ ἀγαθὸ ζῆλο» (Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου, Ἀσκητικά, Ἀθῆναι 1935, σ. 24).

Γιὰ νὰ πετύχουμε σ᾽ αὐτὴ τὴ μεγάλη προσπάθεια, πρέπει ν᾽ ἀγωνιζώμαστε μὲ ζῆλο, μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μας ἑνωμένες ἁρμονικά. Καὶ πρέπει νὰ ζητοῦμε μὲ τὴν προσευχὴ τὴ θεϊκὴ βοήθεια, γιατὶ χωρὶς αὐτὴ τὴ βοηθεια ἡ ἐπιτυχία εἶνε ἀδύνατη. Ὁ Χριστὸς τὸ τόνισε αὐτὸ λέγοντας• «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰω. 15,5).

Μὲ τὴν ἐσωτερικὴ κάθαρσι καὶ τὴν ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν αὐτὸς ποὺ ἀγωνίζεται ἀποκτᾷ ὁμοιότητα μὲ τὸ Θεό. Ἡ ἐπίτευξι τῆς ὑψηλῆς αὐτῆς καταστάσεως κάνει τὸν ἄνθρωπο ἄξιο νὰ κατακτήσῃ τὸν ἀνώτατο σκοπό μας• τὴ θέωσι, τὴν ἕνωσι μὲ τὸ Θεὸ διὰ τῆς χάριτος, τὴ συμμετοχὴ στὴν τελειότητα καὶ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ἕνωσι, ὅταν γίνῃ διαρκής, αἰώνια, ἀποτελεῖ ὅ,τι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὀνομάζει «σωτηρία».
Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ θυμώμαστε εἶνε τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ πνευματικὴ ἐξέλιξι ἑνὸς προσώπου εἶνε μία πορεία ἰσόβια καὶ μοιάζει μὲ τὴν ἀνάβασι σὲ μία σκάλα μὲ πολλὰ σκαλιά, ἡ ὁποία στηρίζεται στὴ γῆ καὶ ἀνυψώνεται στὸν οὐρανό.

Στὸ ὀνομαστὸ βιβλίο Κλῖμαξ ἡ πορεία τῆς πνευματικῆς ἐξελίξεως παρομοιάζεται μὲ μία σκάλα ποὺ ἔχει τριάντα σκαλιά. Αὐτὰ ἀντιστοιχοῦν στὶς διάφορες φάσεις τῆς ἐσωτερικῆς καθάρσεως ἀπὸ τὶς ποικίλες κακίες καὶ τὰ πάθη, καὶ στὴν ἀπόκτησι καὶ αὔξησι τῶν ἀρετῶν. Ἡ θέωσις δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ ἕνα μεγάλο πήδημα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ μακρὰ δύσκολη πορεία πνευματικοῦ ἀγῶνος μὲ ὁλόκληρο τὸ εἶναι μας. Βῆμα - βῆμα ἀνεβαίνουμε ἀπὸ τὰ κατώτερα σὲ ὁλοένα καὶ ὑψηλότερα σκαλιὰ πνευματικῆς ἀναπτύξεως.

Ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ συγγραφεὺς τῆς Κλίμακος παρατηρεῖ, ὅτι κανένας δὲν μπορεῖ ν᾽ ἀναρριχηθῇ πάνω στὴν κλίμακα μ᾽ ἕνα μεγάλο βῆμα. Πρέπει ν᾽ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὸ πρῶτο σκαλί, ἔπειτα ν᾽ ἀνεβῇ στὸ δεύτερο, στὸ τρίτο καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ προσθέτει, ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ ἀπαρνοῦνται τὴ ζωὴ τῆς ματαιότητος κι ἀρχίζουν τὴ νέα ζωὴ τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος ὡς νήπια ἐν Χριστῷ, πρέπει νὰ βάλουν «ἕνα σταθερὸ θεμέλιο ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν ἀκακία, τὴ νηστεία καὶ τὴ σωφροσύνη» (Κλῖμαξ, Ἀθῆναι 1979, σ. 16).

Τέλος πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι ἡ πνευματικὴ ἐξέλιξις ἑνὸς προσώπου, ποὺ ἐπιτελεῖται ἐδῶ στὴ γῆ, δὲν σταματάει μὲ τὸ θάνατο. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὸ στόμα τῶν μεγάλων πατέρων της (ὅπως εἶνε οἱ ἅγιοι Γρηγόριος Νύσσης, Ἰωάννης τῆς Κλίμακος, Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, Γρηγόριος Σιναΐτης καὶ Νικόλαος Καβάσιλας) διδάσκει, ὅτι στὴ μετέπειτα ζωὴ θὰ ὑπάρχῃ συνεχὴς πρόοδος, ἀκατάπαυστη αὔξησι σὲ τελειότητα, σὲ γνῶσι, σὲ ἀγάπη, σὲ δόξα. Ἔτσι ὁ Καβάσιλας στὸ περίφημο ἔργο του Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς λέει•

«Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ γεννᾶται σ᾽ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ ἐγείρεται ἀπ᾽ αὐτήν. Ἐν τούτοις τελειοποιεῖται στὴ μέλλουσα ζωή… Δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτύχῃ τελειότητα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου κατ᾽ αὐτὴ τὴ ζωή, οὔτε ἀκόμη στὴ ζωὴ ἐκείνη ποὺ θ᾽ ἀκολουθήσῃ, ἂν δὲν ἔχῃ ἀρχίσει προηγουμένως ἐδῶ» (Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή, μετάφρ. C. J. de Catanzaro, Ν. Ὑόρκη 1974, σ. 43).

Ἡ πατερικὴ ἄποψις περὶ αὐξήσεως σὲ τελειότητα μετὰ θάνατον εἶνε σύμφωνη μὲ τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ «Τῷ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται» καὶ «Οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρὸς αὐτῶν» (Ματθ. 25,29• 13,43).


[μεταγλώττισις – προσαρμογή• «Χρ. Σπίθα»]

 






Comments