- Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Γοργοϋπηκόου καὶ οἱ παρακλητικοὶ κανόνες οἱ ἀφιερωμένοι στὸ ὄνομά Της

τοῦ καθηγουμένου τῆς ἱ. μονῆς Δοχειαρίου ἀρχιμ. Γρηγορίου

O
ΛΟΓΟΣ γιὰ τὸν ὁποῖο, ὅταν ἐγκαταλείψαμε τὴν μονὴ Προυσοῦ, ἐγκαταβιώσαμε στὴν μονὴ Δοχειαρίου ἦταν ἡ θαυματουργὸς εἰκόνα τῆς Γοργοϋπηκόου, τὴν ὁποία ἰδιαίτερα εὐλαβοῦντο οἱ Κολλυβάδες καὶ ἀπ’ ὅπου πέρασαν ἄφησαν εἰκόνες - ἀντίγραφα καὶ διηγήσεις τῶν θαυμάτων Της. Ὡς διάδοχοι τῶν Κολλυβάδων, ἀπὸ τοὺς Γεροντάδες μας Ἀμφιλόχιο Πάτμιο καὶ Φιλόθεο Λογγοβαρδίτη, προτιμήσαμε νὰ ἀσκήσουμε τὴν μοναχικὴ πολιτεία στὶς ἀγαπητὲς αὐλὲς τῆς Γοργοϋπηκόου, παρὰ τὴν ἐγκατάλειψη καὶ τὴν ἀνέχεια τῆς Μονῆς. Συναντήσαμε, βέβαια, πολλὲς δυσκολίες. Κάποιες ἀπ’ αὐτὲς σχετίζονται μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Γοργοϋπηκόου.


Πρῶτα-πρῶτα γιὰ τὸ ὄνομα Γοργοϋπήκοος. Πολλοὶ πεπαιδευμένοι ἀμφισβήτησαν τὸ ὄνομα Γοργοϋπήκοος καὶ ἐπέμεναν ὅτι ὀνομάζεται Γοργοεπήκοος. Ὅμως, στὴν χειρόγραφη παράδοση τῆς Μονῆς, τὴν ὁποία ὑποστηρίζει καὶ ὁ ἅγιος Νικόδημος, φέρεται ὡς Γοργοϋπήκοος. Αὐτὸ τὸ ὄνομα θέλησε νὰ δώση ἡ Παναγία στὴν εἰκόνα Της. Οἱ φιλόθεες ἀδολεσχίες ἀμφισβητοῦν τὸ θαῦμα καὶ τὰ γενόμενα στὸν χῶρο τῆς Εἰκόνος. Ἐμεῖς λοιπόν, Γοργοϋπήκοο τὴν παραλάβαμε καὶ Γοργοϋπήκοο τὴν ὀνομάζουμε καὶ τὴν ψάλλουμε καὶ τὴν μεγαλύνουμε. Καὶ ἀφήνουμε τοὺς φιλολογοῦντες στὶς ἐρεσχελίες τους καὶ στὴν κλονισμένη πίστη τους, στὸ μεγάλο θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλωθέντος μοναχοῦ γιὰ τὴν ἀσέβειά του νὰ μαυρίζη τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας.

Δεύτερη δυσκολία ἦταν ὅσον ἀφορᾶ τὴν παράκληση τῆς Γοργοϋπηκόου. Στὸ πανάγιο ὄνομά Της ὑπάρχουν τρεῖς παρακλήσεις• μία μὲ ἱκετευτικὸ καὶ παραμυθητικὸ χαρακτήρα, ποίημα Ἰωάννου μοναχοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ «Ὑγρὰν διοδεύσας», μία θριαμβευτικὴ τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ναξίου, στοὺς ἴδιους εἱρμούς, καὶ μία ἄλλη, τοῦ ἰδίου, σύμφωνα μὲ τὸ «Ἁρματηλάτην Φαραώ». Ἡ πρώτη ἀπὸ αὐτὲς ἦταν ἡ μόνη γνωστὴ καὶ τὴν χρησιμοποιοῦσε ἀνέκαθεν τὸ μοναστήρι. Ἦταν μάλιστα τυπωμένη σὲ βιβλιαράκια καὶ ἐψάλλετο ἀπὸ τοὺς χριστιανούς. Ὁ νῦν ἡγούμενος μέσα ἀπὸ τὰ χειρόγραφα ἀνέσυρε τὴν ἄγνωστη μέχρι τότε παράκληση τοῦ ἁγίου Νικοδήμου, ἡ ὁποία παιανίζει τὰ θαύματα τῆς Γοργοϋπηκόου καὶ τραγουδᾶ τὰ μεγαλεῖα Της μὲ τὶς αὖρες τοῦ Ἀρχιπελάγους. Ὡς Ἀρχιπελαγίτης τὴν μελοποίησε καὶ τὴν ἔβαλε σὲ χρήση στὸ μοναστήρι του. Αὐτὴ ἡ παράκληση ψάλλεται τριανταδύο χρόνια τώρα. Καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ ἀκόμη τὴν ψάλλουν στοὺς δρόμους καὶ οἱ μαννάδες στὶς κάμαρες τῶν ἄρρωστων παιδιῶν τους καὶ οἱ χειρώνακτες στὴν δουλειά τους καὶ οἱ ὁδηγοὶ στὸ τιμόνι τους.

Δυστυχῶς ὅμως στὴν Ἐκκλησία ὑπάρχουν τὰ πιὸ ἀνυπόληπτα πρόσωπα. Περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο χῶρο, θὰ βρῆς τὴν ἀνυποληψία. Τὸ ζήσαμε αὐτὸ σὲ ὅλο τὸ μεγαλεῖο του μετὰ τὴν ἑπταετία. Ἡ Ἐκκλησία ἐκθρονίζει ἐπισκόπους ποὺ οὐδέποτε ἔδωσαν ἀφορμὴ σκανδαλισμοῦ, οὔτε ἐν ἔργῳ οὔτε ἐν λόγῳ. Ποῦ σκανδάλισε ὁ Λαρίσης Θεολόγος, ποιόν φαρμάκωσε ὁ Παραμυθίας Παῦλος ὁ ἁπλοῦς, ὁ Ἠλίας ὁ Βόλου καὶ ὁ πολυμαθέστατος καὶ διδακτικώτατος Νικόδημος Γκατζιρούλης, καὶ ἀντικαταστάθηκαν μὲ ἀνθρώπους, ποὺ στὴν πατρίδα μου τοὺς χαρακτηρίζουν «σημειωμένους» (ὀνόματα δὲν θὰ μνημονεύσω); Κανείς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν εἶπε: «Μὰ πῶς θὰ πάω ἐγὼ νὰ ἀντικαταστήσω τὸν ἁπλό, τὸν ἀκατηγόρητο, τὸν φτωχό, τὸν φίλεργο; Πέστε μου ποῦ ἔφταιξε, γιὰ νὰ ἀναπαύσω τὴν συνείδησή μου καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσω». Τίποτα ἀπὸ αὐτά, ἀλλὰ μὲ κεκαυμένη τὴ συνείδηση προχώρησαν καὶ ἀνέβηκαν στοὺς θρόνους τῶν ἁγίων Νικολάου Χαλκίδος, Κωνσταντίνου Καρδίτσης καὶ λοιπῶν καὶ λοιπῶν…

Τὰ ἴδια συμβαίνουν καὶ στὰ γράμματα. Πρὸ ἐτῶν ὁ ἡγούμενος ἑνὸς μετοχίου τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους πῆρε τὸν παρακλητικὸ κανόνα, ὅπως ψάλλεται στὴν μονὴ Δοχειαρίου, τὸν παραποίησε λίγο καὶ τὸν κυκλοφόρησε σὲ κασέτες, λὲς καὶ οἱ πατέρες τῆς μονῆς Δοχειαρίου ἦταν λίγοι, γιὰ νὰ ψάλουνε τὴν Παναγία, λὲς καὶ ἡ μονὴ Δοχειαρίου εἶναι ἐγκαταλελειμμένη καὶ δὲν διαθέτει πιστοὺς διακόνους νὰ ψάλουν τὰ μεγαλεῖα τῆς Γοργοϋπηκόου. Εἶναι σὰν νὰ πιάσουμε ἐμεῖς οἱ Δοχειαρίτες νὰ ψάλουμε τὸν παρακλητικὸ κανόνα τῆς μονῆς Προυσοῦ (ποὺ τὸ δικαιούμαστε ἄλλωστε, διότι περάσαμε ἀπὸ κεῖ καὶ κτίτορες ἐγενόμεθα) ἢ τῆς μονῆς τοῦ Κύκκου. Ὤχ, αὐτὴ ἡ ἀνυποληψία μέσα στὸν χῶρο τῆς μοναδικῆς ἀριστοκράτισσας ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας!

–Ἡγούμενέ μου, δὲν ἔχει κανόνες εἰς τιμὴν τῆς Ἁγίας Τριάδος, δὲν ἔχει ἰδιόμελα νὰ παιανίσης μὲ τοὺς μοναχούς σου, παρὰ παρέκαμψες τὴν πιὸ πλούσια ὑμνολογία καὶ πιάστηκες μὲ τὸν κανόνα τῆς Γοργοϋπηκόου; Λὲς καὶ τὰ παιδιά Της, οἱ διακονητές Της, εἶναι ἄμοιροι μουσικοῦ ταλέντου καὶ ἄφωνοι καὶ ἄκαρδοι.

Τότε εἶπα: «Λίγο τὸ κακό, ἂς μὴν ὁμιλήσω». Τώρα ὅμως γλυκόφθογγος ἀηδὼν τῶν Ἀθηνῶν κυκλοφορεῖ κασέτα, στὴν ὁποία καταπιάνεται νὰ ἀποδώσει ἐκεῖνος «ἐγκαρδιώτερα» τὴν παράκληση τῆς Γοργοϋπηκόου. Καὶ πράγματι ἡ καλλιέπεια ρέει ἀπὸ τὰ χείλη του σὰν ποταμὸς χρυσόρροος…

–Χριστιανέ μου, δὲν εἶναι στὴν ἴδια τάξη τοῦ μικροῦ καὶ τοῦ μεγάλου παρακλητικοῦ κανόνα ὁ κανόνας τῆς Γοργοϋπηκόου• εἶναι κτῆμα τῆς μονῆς Δοχειαρίου καὶ παρακαταθήκη τοῦ ἁγίου Νικοδήμου σ’ αὐτὸ τὸ ἅγιο μοναστήρι. Πότε ἦρθες νὰ ἐρευνήσης τὴν χειρόγραφη παράδοση τῆς λατρείας στὴν μονὴ Δοχειαρίου; Τὴν βρῆκες ἕτοιμη καὶ τὴν τσαμπουνᾶς καὶ τὴν γυροφέρνεις σὰν τὸ κατάξερο ψωμὶ μέσα στὸ στόμα σου, γιὰ νὰ γλυκαθῆς. Μήτε τὸ ψάχνεις, μήτε τὸ ἐρευνᾶς, μήτε ρωτᾶς, σὰν νὰ εἶναι ἡ μονὴ Δοχειαρίου ἐρημοκκλήσι στὶς παρυφὲς τοῦ Ἄθωνα. Ἂν εἶσαι μεγάλος μουσουργὸς καὶ μουσικός, ἑκατοντάδες ὕμνοι ὑπάρχουν στὶς βιβλιοθῆκες τῶν Μονῶν ἄγνωστοι στοὺς πολλούς. Γιατί δὲν παίρνεις ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ψάλης, παρὰ ὑποκλέπτεις σὰν τὸ πεινασμένο ποντίκι τὸ τυρὶ μέσα ἀπὸ τὸ στόμα τῶν Δοχειαριτῶν μοναχῶν καὶ τὸ παρουσιάζεις κασέρι, λὲς καὶ ἐμεῖς τὸ προσφέρουμε φέτα ξυνισμένη, ποὺ ἔχει τὴ δυνατότητα μόνον ὁ φτωχὸς λαὸς νὰ τὴν γεύεται;

Ἐπιτέλους πότε θὰ σταματήσει αὐτὴ ἡ ἀνυποληψία μέσα στὴν Ἐκκλησία; Πότε θὰ ἀρχίσουμε νὰ σεβώμαστε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον; Πότε θὰ παρουσιαζώμαστε σπουδαῖοι μὲ τοὺς δικούς μας κόπους, μὲ τὶς δικές μας μελέτες; Πότε τὸ φῶς ποὺ θὰ ἐκπέμπουμε θὰ εἶναι ἀπαύγασμα τῆς καρδιᾶς μας καὶ τῆς ζωῆς μας; Ὄχι πιὰ κλέφτες μέσα στὴν Ἐκκλησία. «Αὐτὸς ποὺ δανείζεται –λέγει ἡ Ἁγία Γραφὴ– αὐτὸ ποὺ φτιάχνει εἶναι τοῦ δανειστῆ, δὲν εἶναι τοῦ δανειζομένου».

Καὶ ὁ ραδιοφωνικὸς σταθμὸς τοῦ Πειραιᾶ ἂς προσέξη νὰ μὴν καταντήση κίτρινο φύλλο. Ὅλα τὰ χρόνια ἔβαζε τὸν κανόνα τῶν Δοχειαριτῶν καὶ τώρα τὸν ἀπέρριψε καὶ βάζει τὸν κανόνα τὸν μελίρρυτο ἑνὸς παπᾶ, ποὺ ἴσως ποτέ δὲν ἦρθε νὰ προσκυνήση τὴν Παναγία, καὶ ὅταν τὸν ἀκοῦς ἔρχεται στὸν νοῦ σου ἡ τραγουδίστρια Φεϊροὺζ ἀπὸ τὸν Λίβανο.

Ἡ παράκληση αὐτὴ δὲν βγαίνει οὔτε ἀπὸ τὸν φλοῖσβο τῆς θάλασσας οὔτε ἀπὸ τὴν αὔρα τῶν βουνῶν• βγαίνει ἀπὸ τὶς θυρίδες τῶν κέντρων διασκεδάσεως. Ψάλλει σὰν αὐτὸν ποὺ ἔχασε τὸν ἔρωτά του καὶ ψάχνει νὰ τὸν βρῆ. Ψάλλει μὲν μὲ πάθος, ἀλλὰ ὄχι μὲ θεῖο πόθο. Σ’ αὐτὴν τὴν ψαλμώδηση δὲν ὑπάρχει τίποτε αὐθόρμητο, τίποτε πηγαῖο• ἀπίθανα ψεύτικη. Καλὴ φωνή, μπερδεμένη ὅμως μὲ τὸ σύγχρονο τραγούδι τοῦ ξεχασμένου ἔρωτα. Εὐχαρίστως ἀκούγεται ἀπὸ παθιασμένους ἀνθρώπους, ἀλλὰ δὲν ψάλλεται στὴν Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι βιωματική, εἶναι φτιαχτή, ἐπειδὴ αὐτὸς ποὺ ψάλλει δὲν βρῆκε τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν Παναγία• δὲν ἔγινε ἡ Παναγία ἀποκούμπι στὴ ζωή του. Προσπαθεῖ μὲ ἐπιτηδεύσεις καὶ μὲ φωνὴ τρυφερή, ἀλλὰ ἄκαρπη, νὰ ἑλκύση τὴν ἀγάπη τῆς Παναγίας.

Τὰ αἰώνια πράγματα εἶναι αὐθόρμητα, πηγαῖα, καὶ ὄχι μὲ φτιασίδια καὶ ἐπιτηδεύσεις. Ἡ ψαλμωδία βγαίνει μέσα ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῶν πιστῶν καὶ πλαταίνει τὸ στόμα τους, γιὰ νὰ διαλαλῆ αὐτὰ ποὺ διηγοῦνται ὅλες οἱ γενιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἐμεῖς ψάλλουμε τὸν ἔρωτά μας, αὐτὸν ποὺ γνωρίζουμε καλά, ὅπως μᾶς τὸν δίδαξαν οἱ πατέρες μας. Ἡ παράκληση τῆς Γοργοϋπηκόου συνεχίζει τὴν αἰώνια ἑλληνικὴ ψαλμωδία, εἶναι ὁ ἀπόηχος τῶν αἰώνων μέσα στὴν τρικυμισμένη θάλασσα, ποὺ λέγεται ὀρθόδοξη Ἑλλάδα. Ἡ ὕμνηση τῆς Παναγίας δὲν ἐκφράζεται μὲ μουσικὲς ἐπιτηδεύσεις. Ἡ Παναγία εἶναι λατρευτὴ ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, στοὺς ὁποίους δὲν ἔφθασε τὸ ὕφος τὸ λυρικὸ καὶ παθιασμένο.

Ἡ παράκληση τῆς Γοργοϋπηκόου ψάλλεται ἀπὸ πονεμένα στόματα καὶ στὸ ὄνομά Της σταυροσημειώνονται χέρια ροζιασμένα. Καὶ οἱ καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὴν ψάλλουν εἶναι καταπονημένες, δὲν ἔχουν ἀκόμα ἐλαφρώσει. Βγάζουν καημοὺς ὅπως τοὺς ἔχουν μέσα τους• ὄχι μελοδράματα. Μαννάδες ποὺ ἔχουν χάσει τὰ δόντια τους, ἔχουν ξεφλουδίσει τὰ χέρια τους στὶς μπουγάδες, στὸν φοῦρνο, στὴν λάτρα τοῦ σπιτιοῦ, παπποῦδες ποὺ ἔχουν μαδήσει οἱ πώγωνες καὶ τὰ μουστάκια τους στ’ ἀλέτρι, τὸ τσαπὶ καὶ τὸ δικέλλι, γυναῖκες ποὺ κλείνουν τὰ μάτια τῶν νεκρῶν τους, χειρώνακτες ποὺ κύρτωσαν στὸ μεροδούλι καὶ ξαποσταίνουν, ἀκουμπώντας στὴν ὄχερη τοῦ ἀλετριοῦ, καὶ θυμοῦνται τὰ περασμένα καὶ ὀνειρεύονται τί θὰ τοὺς ἀπαντήση τὸ ξημέρωμα τῆς ἄλλης μέρας. Ὄχι τρυφερὲς κοπέλλες, ποὺ δὲν τὶς ἄγγιξε ἡ τυράγνια τῆς ζωῆς.

Ἡ παράκληση εἶναι γιὰ τὸν πολὺ λαό, ὄχι γιὰ τὸν καλλικέλαδο ψάλτη καὶ τὸν φτιασάρη παπά. Μέσα ἀπὸ μιὰ παράκληση βιογραφεῖς τὴ ζωὴ τοῦ Ἕλληνα, τοῦ τυραννισμένου, τοῦ καταπιεσμένου, τοῦ καταπονημένου. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ μάννα τοῦ πόνου, τῆς ἀλήθειας, τοῦ ἀνυπέρβλητου. Μακάρι νὰ τὸ καταλάβη ὅποιος ψάλλει παράκληση καὶ ὄχι νὰ φτιάχνη φωνὴ ἀνοίκεια στὴ φύση του.
Ψάλε μιὰ τέτοια παράκληση κ᾽ ἐμεῖς μαζί σου.

Ἔπειτα, ἂν θέλη κανεὶς νὰ βγῆ στὸ μεϊντάνι ψάλτης καὶ συγγραφέας, ἂς μάθη πρῶτα δυὸ γκλίτσες γράμματα, ὅπως λέγαν οἱ παλιοί. Δὲν εἶναι αἰσχύνης ἄξιον στὶς μέρες μας νὰ κυκλοφορῆ κασέτα μὲ λάθη ἀκόμα καὶ στὴν ἀπαγγελία τοῦ Εὐαγγελίου; Πενήντα χρόνια πίσω ἡ Ἐκκλησία, στοὺς ὀλιγογράμματους παπᾶδες τῆς ὑπαίθρου; Τὸ συνοδευτικὸ κείμενο, στὴ θήκη τοῦ CD, ἀποτελεῖ κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ πλέον ἕνα κακότεχνο ἐγκώμιο στὸν μουσουργό! Αὐτοσυστήνεται καὶ χαρακτηρίζει τὸν ἑαυτό του μὲ ἀλλεπάλληλους πομπώδεις προσδιορισμοὺς καὶ σχήματα λόγου. «Πολὺ μογίσαντι» (ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ «πολλὰ μογήσαντα»), «ἀόκνως συλλέξαντι» (ἀπὸ ποῦ ἆραγε καὶ μὲ τόσο κόπο; Μήπως ἀπὸ τὸ βιβλιαράκι τῆς Παρακλήσεως τῆς Μονῆς Δοχειαρίου;). Εἶναι ὁ «ἡδυμόλπως ἄσας», μήπως καὶ «ὁ γοργῶς ὑπακούων», ἀντὶ γιὰ τὴν Παναγία, ἀφοῦ, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ λανθασμένη χρήση ὅλων τῶν πτώσεων στὴ μακροσκελέστατη αὐτὴ περίοδο, χρησιμοποιεῖ ἐδῶ καὶ ἀρσενικὸ γένος; Παρομοιάζει τὸν ἑαυτό του μὲ νυκτικόρακα ἀγρυπνοῦντα καὶ καλλικέλαδον ἀηδόνα ἀγλαΐζουσαν! Εἶναι καὶ θήτης! Φαίνεται πῶς ἐκεῖνο τὸ «θῆτα» στὴ θήκη τοῦ CD εἶναι κυριολεκτικὸ καὶ ὄχι …ὀρθογραφικὸ λάθος. Θῆτες λοιπὸν καὶ σήμερα οἱ ἱεροθύτες; Καὶ ἀφοῦ εἶναι ὄντως ἔτσι, γιατί θέλουν νὰ παρουσιάζωνται γνῶστες τῆς ἀρχαίας γλώσσας μας καὶ νὰ τὴν χειρίζωνται γιὰ ἐντυπωσιασμὸ τῶν ἁπλοϊκῶν πιστῶν; Εἶναι ὁ «ἀλεξίσας» (ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ: ἀλεξήσας) μὲν «τὰ τοῦ βίου τερπνὰ καὶ ἡδέα», ἀλλὰ «δι’ ἑαυτόν»!!! Ἐπισυνάπτει δὲ ἀρχαιοπρεπῶς καὶ τὸ ἀνύπαρκτο «ποίκλιν», ἀντὶ τοῦ «ἐπίκλην» καθὼς καὶ τὸ νεοελληνικὸ «ἐσὲ» πλαισιώνοντας τὰ πάντα μὲ πλείστους σολοικισμοὺς καὶ βαρβαρισμούς. Γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθὲς καὶ γιὰ τοὺς ἐπαΐοντες παραθέτουμε αὐτούσιο τὸ ἀσυνάρτητο συνοδευτικὸ κείμενο τοῦ CD, καὶ τὴν ἐπιεικέστατη διόρθωσή του ἀπὸ τὸν καλὸ μελετητή.

«Τῷ πολὺ μογίσαντι, τῷ ἀόκνως συλλέξαντι, τῷ ἠδυμόλπως ᾄσαντι, Σύ, τῷ γοργῶς ὑπακούοντι, ἀγάπης πολλῆς καὶ χρέους καὶ τιμῆς ὡς νυκτικόραξ ἀγρυπνῶν, ὡς καλικέλαδος ἀηδὼν ἀγλαΐζουσα, πρόσδεξαι θῆτα τοῦ Υἱοῦ σου καὶ λειτουργόν, τὸν ἀλεξίσαντα τὰ τοῦ βίου τερπνὰ καὶ ἡδέα δι’ ἑαυτόν, τὸν μόνον ἐράσμιον Χριστόν. Τὸν ποίκλιν λέγοντα Ἀλέξιον, τὸν ταπεινὸν ἱερουργόν, πρόσδεξαι σὺν τοῖς λοιποῖς πρὸς σὲ κράζοντα, Γοργοεπήκοε βοηθέ, καὶ μεσίτευσον ἐν τάχει δι’ αὐτὸν καὶ τοῖς ἀκούουσι ταῦτα, τὰ ἑαυτοῦ δι’ ἐσὲ συλλεγέντα. Καὶ αὐτοῖς τε καὶ αὐτῷ πάντα τὰ πρὸς σωτηρίαν ἐξ αὐτῶν γεννηθέντα ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν παράσχου, μήτηρ Θεοῦ, ἡ Παναγία ἡμῶν».

(Οἱ ὑπογραμμίσεις τῶν λαθῶν δικές μας)

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΔΙΩΡΘΩΜΕΝΟ


«Τὸν πολλὰ μογήσαντα, τὸν ἀόκνως συλλέξαντα, τὸν ἡδυμόλπως ᾄσαντα, ἐξ ἀγάπης πολλῆς καὶ χρέους καὶ τιμῆς, ὡς νυκτικόρακα ἀγρυπνοῦντα, ὡς καλλικέλαδον ἀηδόνα ἀγλαΐζουσαν, Σύ, ἡ Γοργῶς Ὑπακούουσα, πρόσδεξαι• τὸν θύτην τοῦ Υἱοῦ Σου καὶ λειτουργόν, τὸν ἀλεξήσαντα τὰ τοῦ βίου τερπνὰ καὶ ἡδέα δι’ Αὐτὸν τὸν μόνον ἐράσμιον Χριστόν. Τὸν ἐπίκλην καλούμενον Ἀλέξιον, τὸν ταπεινὸν ἱερουργὸν μὴ παρίδης σὺν τοῖς λοιποῖς πρὸς Σὲ κράζοντα, Γοργοϋπήκοε βοηθέ, ἀλλὰ μεσίτευσον ἐν τάχει ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τῶν ἀκουόντων τὰ μελωδήματα ταῦτα τὰ ὑπ’ αὐτοῦ διὰ Σὲ συλλεγέντα. Παράσχου δὲ πᾶσιν ἡμῖν τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα, Μῆτερ Θεοῦ, ἡ Παναγία ἡμῶν».

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ –ΣΧΟΛΙΑ

1. «Τῷ πολὺ μογήσαντι….ἄσαντι». Τὸ ρῆμα τῆς πρότασης «πρόσδεξαι» ἀπαιτεῖ ἀντικείμενο σὲ αἰτιατικὴ πτώση. Οἱ ἀλλεπάλληλες δοτικὲς πρέπει νὰ μετατραποῦν σὲ αἰτιατικές.

2. «Πολύ»: διορθώνουμε: πολλά: γιατὶ παραλείπεται τὸ σύστοιχο ἀντικείμενο καὶ παραμένει ὁ ἐπιθετικός του προσδιορισμὸς στὸν πληθυντικὸ ἀριθμὸ καὶ στὸ οὐδέτερο γένος.

3. «Μογίσαντι»= μογήσαντι: διορθώνουμε μὲ η γιατὶ τὸ ὁμηρ. ρῆμα εἶναι μογέω (κατὰ τὸ ποιέω-ω).

4. «Τῷ γοργῶς ὑπακούοντι»: Προφανῶς ἐδῶ ἀναφέρεται στὴν Παναγία. Ἡ δοτικὴ ἀρσενικοῦ γένους πρέπει νὰ μετατραπῆ σὲ ὀνομαστικὴ θηλυκοῦ γένους ποὺ θὰ προσδιορίζη τὸ ὑποκείμενο τῆς πρότασης: «Σύ, ἡ Γοργῶς ὑπακούουσα».

5. «ἀγάπης πολλῆς καὶ χρέους καὶ τιμῆς»: πρέπει νὰ μετατραποῦν σὲ ἐμπρόθετους προσδιορισμοὺς τῆς αἰτίας ἢ σὲ δοτικὴ τῆς αἰτίας: ἐξ ἀγάπης…..(:ἀναγκαστικὸ αἴτιο: ἡ αἰτία ποὺ προκαλεῖ τὴν ἐνέργεια τοῦ ρήματος).

6. «ὡς νυκτικόραξ…ἀγλαΐζουσα»: Ἡ πτώση καὶ πάλι ἀτυχῶς ἀλλάζει ἀπὸ δοτικὴ σὲ ὀνομαστική, ἐνῶ ἡ σύνταξη ἀπαιτεῖ τὴν αἰτιατική, ἀφοῦ πρόκειται ξανὰ γιὰ τὸ ἀντικείμενο τοῦ ρήματος πρόσδεξαι.

7. «Καλικέλαδον»: Ἡ λέξη γράφεται μὲ δύο λ.

8. Χωρίζουμε τὴ μακροσκελέστατη περίοδο σὲ δύο περιόδους μὲ τὴν ἄνω τελεία.

9. «Θῆτα»!: ὁ θής, τοῦ θητός, τὸν θήτα, οἱ θῆτες: ἡ κατώτερη κοινωνικὴ τάξη τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας. Προφανῶς ὁ συγγραφέας ἤθελε νὰ γράψη «θύτην».

10. «ἀλεξίσαντα»: τὸ ρῆμα ἀλέξω σχηματίζει τύπους ὡς ἐκ ρήματος ἀλεξέω (κατὰ τὸ ποιέω- ω: ἀλεξήσαντα: θὰ γραφῆ μὲ η).

11. «δι’ ἑαυτόν»: Νοηματικὰ δὲν μπορεῖ νὰ σταθῆ: ἀπομάκρυνε τὰ τερπνὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του; Πρέπει νὰ διορθωθῆ: «δι’ Αὐτὸν τὸν μόνον ἐράσμιον Χριστόν».

12. «Ποίκλιν»! : Δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ λέξη. Τὸ ἐπίκλην: κατ’ ἐπωνυμίαν, ὀνόματι.

13. «Λέγοντα»: διορθώνουμε: λεγόμενον ἢ καλούμενον.

14. «Πρόσδεξαι»: τὸ ρῆμα ἐπαναλαμβάνεται καὶ στὴ δεύτερη πρόταση. Μπορεῖ στὴ β΄ πρόταση νὰ ἀντικατασταθῆ: π.χ. «μὴ παρίδῃς».

15. «Μεσίτευσον δι’ αὐτόν»: εἶναι νεοελληνικὴ σύνταξη. Στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ ἡ πρόθεση διὰ + αἰτ. δηλώνει αἰτία. Διορθώνουμε: «ὑπὲρ αὐτοῦ».

16. «Τοῖς ἀκούουσι»: Διορθώνουμε σὲ γενική: «καὶ (ὑπὲρ) τῶν ἀκουόντων», ἀφοῦ συνδέεται παρατακτικὰ (μὲ τὸ σύνδεσμο καὶ) μὲ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἔχει τὸν ἴδιο συντακτικὸ ρόλο.

17. «Τὰ ἑαυτοῦ»: εἶναι κτητικὴ ἀντωνυμία. Τὸ ὀρθὸ εἶναι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ συλλεγέντα. Συμπληρώνουμε τὴ λέξη «μελῳδήματα» γιὰ περισσότερη σαφήνεια.

18. «ἐσέ»!: ἡ ἀντωνυμία στὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ εἶναι: «σέ». Διορθώνουμε: «διὰ Σέ».

19. «Καὶ αὐτοῖς τε καὶ αὐτῷ… ἐξ αὐτῶν»: ἐπανάληψη τῆς λέξης αὐτός. Περισσότερο δόκιμη ἡ ἔκφραση: πᾶσιν ἡμῖν.

20. «Τὰ γεννηθέντα ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν παράσχου…». Ποιά γεννηθέντα ἐν ταῖς καρδίαις νὰ παράσχη; Καὶ ἀφοῦ ἔχουν γεννηθῆ γιὰ ποιό λόγο νὰ τὰ παράσχη ἐκ νέου;

21. «Μήτηρ»: εἶναι κλητικὴ πτώση. Διορθώνουμε: Μῆτερ.

22. «ἠμῶν»: Ἡ ἀντωνυμία δασύνεται: ἡμῶν.

23. Μακροπερίοδος λόγος, ἀσάφεια, ἀπώλεια νοήματος.

Καὶ μιὰ τελευταία ἀπορία: Καλὰ ὁ θύτης• οἱ ἐργαζόμενοι στὸ στούντιο, θῆτες καὶ αὐτοί; Ἢ ἀκολουθοῦν τὴ δικηγορικὴ ρήση: «Πλήρωσέ με καὶ κάνω μήνυση καὶ στὸν ἑαυτό μου»;
Ὢχ αὐτὴ ἡ ἀνυποληψία μέσα στὸ χῶρο τῆς μοναδικῆς ἀριστοκράτισσας ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας!


Ὁ Καθηγούμενος
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Δοχειαρίου
Ἀρχιμανδρίτης Γρηγόριος

Comments