- Ἡ πνευματικὴ ἐξέλιξις τοῦ ἀνθρώπου

† μοναχοῦ Κωνσταντίνου (Καβαρνοῦ), καθηγητοῦ πανεπιστημίου
[μεταγλώττισις – προσαρμογή• «Χρ. Σπίθα»]

ΣΤ΄

Τὸ πρῶτο κείμενο τῆς αὐθεντικῆς ἑλληνικῆς Φιλοκαλίας, ποὺ κατὰ τὴν παράδοσι ἀνήκει στὸν ἅγ. Ἀντώνιο τὸν Μέγα, περιέχει πολλὰ πολύτιμα σχετικὰ διδάγματα.

Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶνε γιὰ τὸν «λογικὸ ἄνθρωπο». Ὁ «λογικὸς ἄνθρωπος» τοῦ ἁγ. Ἀντωνίου δὲν εἶνε ἁπλῶς ὁ πολυμαθής, ὁ λόγιος, ὁ διαλεκτικὸς φιλόσοφος ἢ ἁπλῶς ὁ εὐφυής• εἶνε ὁ θεοκεντρικὸς ἄνθρωπος, ἐκεῖνος ποὺ κατευθύνει τὴ σκέψι καὶ τὸν πόθο του στὸ Θεό. Εἶνε ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶνε στραμμένος ἀποφασιστικὰ πρὸς τὰ οὐράνια καὶ αἰώνια• ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει τί εἶνε τὸ καλὸ καὶ τί τὸ κακό, διαλέγει καὶ κάνει αὐτὸ ποὺ εἶνε καλὸ καὶ ἀποφεύγει ὅ,τι εἶνε κακὸ ἢ τοὐλάχιστον προσπαθεῖ συνειδητὰ ἔτσι νὰ κάνῃ. Εἶνε ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἀλλάξει ῥιζικὰ τὸν ἐσωτερικό του ἑαυτὸ σὲ κάτι τὸ καλύτερο.

Τὸ λογικὸν γιὰ τὸν ἅγ. Ἀντώνιο εἶνε τὸ διακριτικὸ γνώρισμα τοῦ ἀνθρώπου, ἐκεῖνο ποὺ τὸν διακρίνει ἀπὸ τὰ ζῷα καὶ τὸν κάνει συγγενῆ μὲ τὸ Θεὸ καὶ τὸν ἑνώνει μαζί του. Τὸ λογικὸ εἶνε προπαντὸς ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς ποὺ –ὅταν εἶνε ἀνεπτυγμένη καὶ χρησιμοποιῆται– διακρίνει μεταξὺ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, τοῦ ὡραίου καὶ τοῦ ἀσχήμου, τῆς ἀγαθῆς πράξεως καὶ τῆς ἁμαρτωλῆς, καὶ κατευθύνει τὴν ὅλη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερική, πρὸς τὴν ἀπόκτησι καὶ τὴν ἐκτέλεσι τοῦ καλοῦ (τοῦ ὡραίου, τοῦ δικαίου) καὶ τὴν ἀποφυγὴ καὶ κατανίκησι τοῦ κακοῦ (τοῦ αἰσχροῦ, τῆς ἁμαρτίας) καὶ πρὸς τὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ ὅσο αὐτὴ εἶνε ἐφικτὴ γιὰ ἕνα ἄνθρωπο.

Αὐτὴ ἡ δύναμι στὴν πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων, σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιό μας, βρίσκεται σὲ μία ὑπανάπτυκτη καὶ γενικὰ ἀδρανῆ κατάστασι. Οἱ ἄνθρωποι, ἀντὶ νὰ κυβερνῶνται ἀπὸ τὸ λογικό, κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὰ ἄλογα πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες• ἀντὶ νὰ προσανατολίζωνται πρὸς τὰ αἰώνια καὶ θεῖα, ὅπως θὰ ἔπρεπε, ἀπορροφῶνται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὰ ἐφήμερα καὶ ὑλικά. Οἱ ψυχές τους βρίσκονται σὲ μία κατάστασι σκότους καθὼς στεροῦνται τὸ θεῖο φῶς. Ἑπομένως, γιὰ νὰ ἀκριβολογήσουμε, δὲν εἶνε ἄνθρωποι. Μόνο ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἡ λογικὴ δύναμί του ἔφθασε σὲ μία ἀνεπτυγμένη ἐνεργὸ κατάστασι εἶνε, μὲ τὴν αὐστηρὴ σημασία τῆς λέξεως, ὄντως ἕνας ἄνθρωπος. Λέει ἐπάνω σ᾽ αὐτὸ ὁ ἅγ. Ἀντώνιος•

«Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικὰ ὀνομάζονται λογικοί. Ἀληθινὰ λογικοὶ εἶνε ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν τὸ καλὸ ἀπ᾽ τὸ κακό, ἀποφεύγουν ὅ,τι εἶνε κακὸ καὶ ἐπιζήμιο γιὰ τὴν ψυχή, ἀλλὰ διατηροῦν προσεκτικά, μὲ τὴν ἄσκησι, ὅ,τι εἶνε καλὸ καὶ τὸ κάνουν μὲ πολλὲς εὐχαριστίες στὸ Θεό».

Εἶνε φανερὸ ὅτι ὁ «λογικὸς ἄνθρωπος» τοῦ ἁγ. Ἀντωνίου δὲν εἶνε ἄλλος ἀπὸ τὸν «καινὸν ἄνθρωπον» τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἐκεῖνος ποὺ ὁ νοῦς του ἔχει ἀνακαινισθῆ» (πρβλ. ῾Ρωμ. 12,2), δηλαδὴ ὁ ἁγιασμένος ἄνθρωπος, ὁ ἅγιος, ἢ ἕνας ποὺ βαδίζει σταθερὰ πρὸς τὴν ἁγιότητα.

Σὲ πολλοὺς μὴ ὀρθοδόξους χριστιανοὺς αὐτὴ ἡ διδασκαλία φαίνεται παράξενη, ἐπειδὴ ὁ δυτικὸς χριστιανισμὸς τείνει νὰ ἐξορίζῃ τὸν λόγο ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ζωή, ἢ πάντως νὰ ὑποτιμᾷ τὸ ῥόλο τοῦ νοῦ, καὶ νὰ τὸν ἀντικαθιστᾷ μὲ τὴ φαντασία καὶ τὴ συναισθηματικότητα. Οἱ ὀρθόδοξοι ἀντιθέτως, ποὺ εἶνε ἐξοικοιωμένοι μὲ τὴ μακρὰ ἱερά τους παράδοσι, θὰ βροῦν στὴ διδασκαλία αὐτὴ τὴ δική τους ἄποψι νὰ ἐκφράζεται μὲ τρόπο σαφῆ καὶ ἐμφαντικό.

11. Συνείδησις, ἄσκησις, μυστηριακὴ ζωὴ

Γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν ἀναγεννηθῆ πνευματικὰ «τὸ λογικό τους εἶνε δοῦλος τῶν παθῶν», ὅπως λέει ἕνας Σκωτσέζος φιλόσοφος• ἐνῷ γιὰ ὅσους ἔχουν ἀναγεννηθῆ τὸ λογικό, ὁ νοῦς, ἀντὶ νὰ εἶνε δοῦλος, κυβερνᾷ τὰ πάθη. Οἱ πρῶτοι βρίσκονται σὲ κατάστασι «παρὰ φύσιν», οἱ δεύτεροι σὲ κατάστασι «κατὰ φύσιν» ἢ «ὑπὲρ φύσιν». Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῶν ἁγίων πατέρων, τὸ λογικὸ πρέπει νὰ κυβερνᾷ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπίνη ὕπαρξι, τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα• τὰ πάθη, τοὺς λογισμούς, τὶς φαντασίες, τὶς αἰσθήσεις. Τότε ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ κατάστασι «κατὰ φύσιν».

Ὅπως εἴπαμε, ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴ δυνατότητα ν᾽ ἀνυψωθῇ σὲ ἀκόμη ὑψηλότερο ἐπίπεδο, σ᾽ ἐκεῖνο ποὺ εἶνε ὑπεράνω τῆς φύσεως, στὸ «ὑπὲρ φύσιν». Αὐτὸ εἶνε τὸ ἐπίπεδο τῆς θεώσεως, τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Θεό, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἀνθρώπινος νοῦς παραχωρεῖ τὴ θέσι του ὡς κυβερνήτου ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως στὸ Θεό, καὶ ὁ Θεὸς γίνεται κυβερνήτης τοῦ ἀνθρώπου σὲ ὅλα. Ὁ ἅγ. Μακάριος ὁ Μέγας γράφει ἐκτενῶς γι᾽ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο στὴν ἀρχὴ τῶν Πνευματικῶν ὁμιλιῶν του. Αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιτευχθῇ χωρὶς κάποιος ν᾽ ἀνυψωθῇ ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τὸ «ἀντίθετο πρὸς τὴν φύσι» (παρὰ φύσιν) σ᾽ ἐκεῖνο ποὺ εἶνε «σύμφωνο μὲ τὴ φύσι» (κατὰ φύσιν).

Οἱ ἀναβάσεις αὐτὲς ἀπαιτοῦν τὴν ἀφύπνισι μιᾶς ἄλλης σπουδαίας ἀνθρωπίνης δυνάμεως, τῆς «συνειδήσεως». Κατὰ τὴν ὀρθόδοξο χριστιανικὴ διδασκαλία ἡ συνείδησις εἶνε ἕνας ἠθικὸς ὁδηγὸς καὶ κριτής, καθὼς καὶ ἕνας ἀφυπνιστὴς ἀνωτέρων λογισμῶν καὶ αἰσθημάτων. Ἡ συνείδησις δὲν πρέπει νὰ ταυτισθῇ μὲ ὅ,τι οἱ σύγχρονοι θεωρητικοὶ (ψυχολόγοι, φιλόσοφοι, κοινωνιολόγοι, ἀνθρωπολόγοι κ.ἄ.) ὀνομάζουν συνείδησι, δηλαδὴ μὲ κάτι τὸ ἐπίκτητο, ἕνα ἁπλὸ προϊὸν κοινωνικῆς ἐπιρροῆς. Ἡ πραγματικὴ συνείδησι εἶνε μιὰ δύναμις ποὺ φυτεύθηκε στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ Θεό• δίνει πάντα ἔξοχη συμβουλὴ καὶ θεϊκὴ πληροφορία ὡς πρὸς τὸ τί πρέπει καὶ τί δὲν πρέπει νὰ πράττουμε.

Ἡ συνείδησις γενικά, γράφει ὁ ἀείμνηστος π. Κωνσταντῖνος Καβαρνός (στὸ βιβλίο του Βυζαντινὴ Σκέψις καὶ Τέχνη), εἶνε περισσότερο ἢ λιγώτερο θαμμένη στὸ ὑποσυνείδητο, ἐπειδὴ τείνουμε νὰ μὴ δίνουμε προσοχὴ στὶς ὑποδείξεις της. Τὸ πρόβλημα μ᾽ ἐμᾶς εἶνε πῶς νὰ φέρουμε τὴ συνείδησι ὅλο καὶ περισσότερο μέσα στὴ συναίσθησί μας. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ κατορθωθῇ ἐξασκώντας συνεχῶς ἐσωτερικη προσοχὴ (νῆψι) καὶ προσπαθώντας νὰ ὑπακούουμε σὲ ὅλες τὶς ὑποδείξεις της ἐν σχέσει μὲ τὸ Θεό, μὲ τοὺς ἀνθρώπους, καὶ μὲ τὰ πράγματα. Ὑπακούουμε στὴ συνείδησι α΄) ὡς πρὸς τὸν Θεὸ ὅταν ἀκολουθοῦμε τὶς ἐντολές του, τὴν ὑπακούουμε β΄) ὡς πρὸς τοὺς συνανθρώπους μας ὅταν εἴμαστε δίκαιοι πρὸς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀγαποῦμε, καὶ τὴν ὑπακούουμε γ΄) ὡς πρὸς τὰ πράγματα ὅταν δὲν κάνουμε κακὴ χρῆσι τους ἀλλὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε ὅπως πρέπει.

Ἡ ἐσωτερικὴ προσοχὴ [(νῆψις)] εἶνε ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἀφύπνισι τῆς συνειδήσεως. Σπουδαία ἐπίσης εἶνε ἡ προσευχή, πρὸ παντὸς ἡ «νοερὰ» ἢ «καρδιακὴ» προσευχή. Αὐτὲς οἱ δύο «ἐργασίες» (ἀσκήσεις) πρέπει νὰ συμπληρωθοῦν ἀπὸ ἄλλους τρόπους ἀσκήσεως, καὶ γενικὰ ἀπὸ τὴν μυστηριακὴ ζωή• μετάνοια, ἐξομολόγησις, θεία κοινωνία καὶ εὐχέλαιο. Μὲ ὅλα αὐτὰ ἑλκύουμε τὴ θεία χάρι, καὶ αὐτὴ εἶνε ποὺ τελικὰ ἀφυπνίζει τὴ συνείδησι ἀποτελεσματικὰ καὶ καθορίζει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπίνη ὑπόστασι.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς τονιζει, ὅτι ἡ ψυχὴ εἶνε μία ἀλλὰ μὲ πολλὲς δυνάμεις• κι ὅτι οἱ δυνάμεις αὐτὲς δὲν εἶνε ἀπομονωμένες ἀλλὰ συνδεδεμένες, οὕτως ὥστε, ἂν μία ἀπὸ αὐτὲς εἶνε σὲ κακὴ κατάστασι, ὅλες οἱ ἄλλες ἀντιστοίχως θὰ ἐπηρεασθοῦν.

Ἑπομένως, γιὰ νὰ ἐξαγνίσῃ καὶ ν᾽ ἀναπτύξῃ ἕνας ἄνθρωπος τὴ λογικὴ δύναμι τῆς ψυχῆς του καὶ ν᾽ ἀφυπνίσῃ τὴ συνείδησί του, πρέπει ταυτοχρόνως ν᾽ ἀγωνίζεται γιὰ νὰ καθαρίσῃ καὶ τὶς ἄλλες δυνάμεις τῆς ψυχῆς, τὴ «θέλησι» καὶ τὴ «φαντασία». Ἡ θέλησις, ἢ δύναμις τῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς καὶ τοῦ αὐτεξουσίου, ἐξαγνίζεται διὰ τῆς ἐλευθέρας ὑποταγῆς της στὸ θεϊκὸ θέλημα, λέγοντας «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου» (Ματθ. 6,10).





Comments