- «ΦΕΥΓΕΤΕ ΟΣΟΝ ΔΥΝΑΣΘΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗΝ»

Αἰώνιοι Εὐρωλιγούρηδες…


τοῦ ἁγίου (†) Ἀθανασίου τοῦ Παρίου 



Δ
ὲν δύναμαι οὔτε νὰ ἀκούω οὔτε νὰ ἀναγινώσκω μὲ ὑπομονὴν τοὺς ταλανισμοὺς τοῦ ἡμετέρου γένους, μὲ τὸ νὰ πάσχῃ ἀμάθειαν τῆς ἔξω φιλοσοφίας. Ὅλοι σχεδὸν ὅσοι εἰς τὰς ἀκαδημίας τῆς Εὐρώπης ὑπάγουσι καὶ ἐκεῖ βλέπουσι τόσα πλήθη φιλοσόφων, ἄλλοι διὰ ζώσης φωνῆς κα ὶἄλλοι ἐν τοῖς προλεγομένοις τῶν βιβλίων ὅπου ἐκδίδουσι εἰς τὸ κοινὸν φῶς, τόσους ταλανισμοὺς καὶ τόσας θρηνολογίας κάνουσι τοῦ γένους μας διὰ τὴν στέρησιν τῆς ἔξω σοφίας, ὥστε ὁποῦ καὶ τυφλὸν καὶ σκοτεινὸν καὶ ἐλεεινὸν καὶ μυρίων δακρύων ἄξιον τὸ ὀνομάζουσι· τόσος φαίνεται νὰ εἶναι ὁ ζῆλος των. Ἀλλὰ τάχα ὁ ζῆλος αὐτῶν οὗτος εἶναι ἕνας ζῆλος ἐπαινετὸς ἢ ὄχι;

Ἀδόκιμος κρίνεται ὁ ζῆλος οὗτος. Διατί; Ἐπειδὴ τοῦ λείπει ἡ ἐπίγνωσις. Ἤγουν διατὶ δὲν αἰσθάνονται οὔτε διακρίνουσι τί θέλει νὰ εἰπῇ γῆ, καὶ τί θέλει νὰ εἰπῇ οὐρανός· τί θέλει νὰ εἰπῇ σῶμα καὶ τί θέλει νὰ εἰπῇ ψυχή· τί θέλει νὰ εἰπῇ κόσμος, καὶ τί θέλει νὰ εἰπῇ Ἐκκλησία· τί θέλει νὰ εἰπῇ φιλοσοφία, καὶ τί θέλει νὰ εἰπῇ Ἁγία Γραφή. Ἠξεύρω βέβαια πὼς ὁ λόγος οὗτος θέλει φανῆ ἀπαράδεκτος, καὶ πολλοὺς ἔχει νὰ λυπήσῃ ἀπὸ ἐκείνους ὁποῦ μάλιστα καὶ σεμνύνονται εἰς αὐτὴν (τὴν φιλοσοφίαν) παρὰ εἰς τὴν λογικήν τους ψυχήν. Ὅμως ἐγὼ βάνοντας σκοπὸν νὰ ὠφελήσω κοινῶς, καθ’ ὅσον δυνηθῶ, τοὺς ἁπλοῦς ἀδελφούς μου, δὲν ψηφῶ τῶν ὀλίγων τὴν ματαίαν λύπην καὶ ὀργήν. Τὸ παρόν μου ἐγχειρίδιον λοιπὸν θέλει ἐξετάσει πρῶτον, τί πρᾶγμα εἶναι τούτη ἡ φιλοσοφία, εἰς τὴν ὁποίαν οὕτως ἀκρατῶς οἱ ἡμέτεροι φέρονται καὶ τὴν ὁποίαν τόσον πολλὰ ἐκθειάζουσι καὶ ὑπερυψώνουσι.

Μέγα τίποτας καὶ ἐξαίσιον χάρισμα παρὰ Θεοῦ ἐδόθη εἰς τὸν ἄνθρωπον ὁ νοῦς. Τέχνας ἐπινοεῖ, ἐπιστήμας εὑρίσκει διαφόρους […] Καὶ ἐπειδὴ ὅλα αὐτὰ ὁποῦ ἐξετάζει ὁ νοῦς εἶναι ποιήματα Θεοῦ, διὰ τοῦτο ἡ φιλοσοφία, ὅπου εἶναι γνῶσις τούτων ἁπάντων, ὀνομάζεται ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς γνῶσις θείων πραγμάτων. Καὶ ἡ γνῶσις αὕτη λέγεται τὸ θεωρητικὸν μέρος τῆς φιλοσοφίας. Διατὶ ὀνομάζεται πρακτικὸν τὸ ἄλλο μέρος, ἐκεῖνο ὅπου καταγίνεται εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων. Ἀνθρώπινα δὲ πράγματα λέγουσι τὰς ἀρετὰς καὶ τὰς κακίας. Τοῦτο εἶναι τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὁποῦ δείχνει εἰς τὸν ἄνθρωπον ποῖα εἶναι ἐκεῖνα ὁποῦ πρέπει νὰ κάνῃ ὡς λογικὸς ὁποῦ εἶναι […]

Ἡ λογικὴ ταύτη παιδεία δὲν εἶναι διὰ τὸν οὐρανόν, εἶναι διὰ τὴν γῆν, διὰ τὰς πόλεις, διὰ τὰ βασίλεια, αὐτὴ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ὀργανικὰ ἀγαθά, καθὼς εἶναι δηλαδὴ τὰ χρήματα, τὰ κάλλη, ἡ ῥώμη τοῦ σώματος, τὰ ἀξιώματα καὶ τὰ τοιαῦτα, μὲ ταύτην τὴν διαφοράν, ὅτι αὐτὴ εἶναι τὸ πρῶτον καὶ τιμιώτατον τῶν ὀργανικῶν καλῶν. Διατὶ ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι καὶ λέγονται ὑλικὰ καὶ σωματικά, ἡ δὲ μάθησις εἶναι λογική, δηλαδὴ τῆς λογικῆς ψυχῆς γέννημα καὶ καρπὸς ἐξαίρετος. Πλὴν καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν ἐδικήν της φύσιν οὔτε κακὴ οὔτε καλή, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν μεταχείρισιν τῶν ἐχόντων αὐτὴν γίνεται ἢ καλὴ ἢ κακή. Λοιπὸν ἡ κατάχρησις τῆς ἔξω σοφίας δίδει εἰς αὐτὴν τὸ ὄνομα νὰ λέγεται κακή. Δὲν εἶναι ὅμως ἡ κατάχρησις αὐτὴ ἁπλῆ καὶ μονοειδής, ἀλλὰ πολλῶν λογιῶν. Πρώτη κατάχρησις εὑρίσκεται ἐκείνη, ὁποῦ πολλοὶ τὴν κρατοῦν εἰς μίαν ὑπόληψιν ὑπερτάτην, φρονοῦντες καὶ λέγοντες πὼς αὐτὴ μόνη, ἤγουν ἡ φιλοσοφία, εἶναι φῶς. Καὶ ὅσοι τὴν ἔχουν, ἐκεῖνοι μόνοι ἰλλουμινάτοι καὶ εἶναι καὶ λέγονται, ἤγουν φωτισμένοι. Οἱ δὲ ἄλλοι εἶναι σκοτεινοὶ καὶ τυφλοί. Τέτοια ἦτον ἡ δόξα τοῦ παράφρονος Βαρλαὰμ τοῦ Καλαβροῦ, καὶ τέτοια εἶναι ἡ τῶν Γάλλων καὶ τῶν ὁμοίων τους. Δευτέρα κατάχρησις εἶναι ἐκείνη, ὁποῦ μερικοὶ καταγηράσκουσι καὶ φθείρονται ἐπάνω εἰς πράγματα πάντῃ ἄχρηστα, διὰ νὰ ἐπαινοῦνται πὼς εἶναι πνεύματα ὑψηλὰ καὶ περίεργα. Τρίτη κατάχρησις εἶναι, ὅπου πολλοὶ ἱερωμένοι, ἀφήνοντες τὴν τάξιν τους καὶ τὴν εὐσχημοσύνην τοῦ ἐπαγγέλματός των, ὑπάγουν καὶ κυλίονται εἰς τοὺς βορβορώδεις τόπους τῶν ἀθεωτάτων γενῶν τῆς Εὐρώπης, διὰ νὰ παραλάβουν μαθήματα πάντῃ ἀνοίκεια καὶ ἀλλότρια τοῦ ἰδίου των ἐπαγγέλματος. Τετάρτη καὶ τελευταία καὶ χειρίστη ἁπασῶν κατάχρησις εἶναι ἐκείνη, ὁποὺ τολμᾷ νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἀνακρίνῃ τὰς θείας γραφάς, καὶ νὰ μεταχειρίζεται τὴν ἀντίθεον γλῶσσαν της ἐναντίον εἰς τὴν θείαν πρόνοιαν. Οὕτω γίνεται καὶ κακὴ καὶ ὀλεθρία καὶ ψυχοβλαβεστάτη, καὶ μίσους ἀξία καὶ ἀποφυγῆς ἡ ἔξω μάθησις. Λοιπὸν διὰ νὰ βάλλωμεν ὅρια εἰς ἐκείνους ὁποῦ θέλουν καὶ καταδέχονται νὰ μᾶς ἀκούσουν, λέγομεν καὶ συμβουλεύομεν νὰ παύσουν καὶ νὰ λείψουν ἀπὸ μιᾶς ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, ἂν θέλουν νὰ εἶναι καὶ νὰ μένουν Χριστιανοί...

Ἄξιον εἶναι νὰ ἀπορήσῃ τινὰς διὰ τὸν μυθολογικὸν πίνακα τοῦ Κέβητος, ὅτι ἐκεῖνος ὀνομάζει ἐκεῖ ψευδοπαιδείαν ὅλα ὁμοῦ τὰ εἴδη τῆς φιλοσοφίας, καὶ δὲν εἶναι κανένας χριστιανὸς δεισιδαίμων ἐκεῖνος ὁποῦ τοὺς δίδει αὐτὴν τὴν ἐπωνυμίαν. Εἶναι ἕλλην παλαιός, μάλιστα καὶ ἀπὸ τὴν καρδίαν τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι ἀπὸ τὰς Θήβας τῆς Βοιωτίας. Ἰδοὺ ἐπὶ λέξεως· οὗτοι δέ, φησί, οἱ ἄνθρωποι οἱ ἔσω τῶν περιβόλων ἀνακάμπτοντες τίνες εἰσίν; οἱ τῆς ψευδοπαιδείας, ἔφη, ἐρασταὶ ἠπατημένοι, οἰόμενοι μετὰ τῆς ἀληθινῆς παιδείας συνομιλεῖν. Τίνες οὖν καλοῦνται οὗτοι; Οἱ μὲν ποιηταί, ἔφη, οἱ δὲ ῥήτορες, οἱ δὲ διαλεκτικοί, οἱ δὲ μουσικοί, οἱ δὲ ἀριθμητικοί, οἱ δὲ γεωμέτραι, οἱ δὲ ἀστρονόμοι, οἱ δὲ ἡδονικοί, οἱ δὲ περιπατητικοί, οἱ δὲ κριτικοὶ καὶ ὅσοι ἄλλοι τούτοις εἰσὶ παραπλήσιοι.

Τώρα νὰ ὀνομάσῃ ψευδοπαιδείαν τὴν ποιητικὴν καὶ τὴν ῥητορικὴν καὶ τὴν διαλεκτικὴν καὶ ἄλλα τοιαῦτα εἴδη μαθήσεως, καὶ ἡ ὕλη τὸ δέχεται καὶ τὸ εἶδος τὸ συγχωρεῖ. Ἀλλὰ νὰ λέγῃ ψευδοπαιδείαν τὴν γεωμετρίαν καὶ τὰ σύστοιχα αὐτῇ μαθήματα, τοῦτο βέβαια εἶναι παράξενον καὶ μεγάλης ἀπορίας ἄξιον. Ἀλλὰ δὲν ὀνομάζει ὁ Κέβης οὔτε τὴν γεωμετρίαν οὔτε καμμίαν ἄλλην ἐπιστήμην ψευδοπαιδείαν, ὅτι τάχα σφάλλει καὶ δὲν ὀρθοποδεῖ εἰς τὰς ἀποδείξεις της, ὄχι λέγω κατὰ τοῦτο. Ἀλλ᾽ἐπειδὴ παιδεία θέλει νὰ εἰπῇ ἀγωγὴ ὠφέλιμος τῆς ψυχῆς, ἐπιμόνως πολλάκις τῶν ἀπὸ κακίας κηλίδων αὐτὴν ἐκκαθαίρουσα. Καὶ πάλιν παιδεία, ἠθῶν κατόρθωσις ἐπὶ τὸ κρεῖττον φέρουσα. Καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, παιδεία ἐστὶν ἡ ἀρετή. Ἐπειδή, λέγω, τοῦτο θέλει νὰ εἰπῇ παιδεία, καὶ ἔπειτα καμμία ἀπὸ αὐτάς, ἔξω ἀπὸ τὴν ἐδικήν τους παρουσίαν ἤτοι ἔξω ἀπὸ τὴν ἐδικήν τους γνῶσιν, καμμίαν βελτίωσιν δὲν κάνουσι τῆς ψυχῆς, οὔτε τοῦ θυμοῦ οὔτε τῆς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ καὶ εἶναι καὶ γνωρίζονται οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς ἐμπαθέστατοι, φαυλοβιώτατοι, ἀνδράποδα τῶν ἡδονῶν, δοῦλοι τῶν ἰδίων τους παθῶν, καὶ μηδὲν κατὰ τὰ ἤθη διαφέροντες τῶν πάντῃ ἀπαιδεύτων καὶ ἀμαθῶν, διὰταῦτα ὀνομάζει ὁ Κέβης, ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ Κέβητος ὁ Σωκράτης, ψευδοπαιδείαν τὴν λογικήν, ἤτοι τὴν διὰ λόγων περαινομένην καὶ ποριζομένην φιλοσοφίαν. Ἀληθινὴν παιδείαν καλοῦντες τὴν τῶν ἀλόγων παθῶν κάθαρσιν καὶ τῶν ἀρετῶν πασῶν κατόρθωσιν, ἤγουν τὴν ἀνδρείαν, τὴν δικαιοσύνην, τὴν σωφροσύνην, τὴν ἐπιείκειαν, τὴν πραότητα, τὴν συμπάθειαν καὶ τὰς λοιπὰς πάσας. Αἱ ὁποῖαι, μὲ ἕνα λόγον, ἠθικὴ φιλοσοφία ὀνομάζονται καὶ εἰς τὴν μητέρα, ἤτοι εἰς τὴν εὐδαιμονίαν, αὗται φέρουσι τὸν ἄνθρωπον. Καὶ τοιοῦτοι φιλόσοφοι ἦσαν καὶ ὠνομάζοντο οἱ ἀναχωρηταὶ καὶ ἀσκηταὶ λεγόμενοι. Λοιπὸν ὅταν καὶ οἱ ἕλληνες ἀκόμη ὀνομάζουσι ψευδοπαιδείαν τὴν γεωμετρίαν καὶ τὰς ἄλλας λογικὰς ἐπιστήμας, ὡσὰν ὁποῦ καμμίαν ἠθικὴν ὠφέλειαν δὲν προξενοῦν εἰς τὴν ψυχήν, μάλιστα καὶ τὴν γεμίζουν ἀπὸ φαντασίαν καὶ δαιμονικὴν ὑψηλοφροσύνην […]

Μὲ ἐσᾶς, ἀδελφοί, ὁμιλῶ ὅπου ἔτι ἐδῶ εὑρίσκεσθε, καὶ ὅλον ἕνα διανοεῖσθε καὶ βουλεύεσθε, νὰ κινήσητε ἢ νὰ μὴ κινήσητε. Δὲν ὁμιλῶ μὲ ἐκείνους ὁποὺ ἤδη ἀπῆλθον. Ὅτι εἶναι περιττὸς διὰ ἐκείνους κάθε λόγος, ὄχι μόνον διατὶ ἀπῆλθον, ἀλλ᾽ὅτι καὶ καλῶς ἔπραξαν κομπάζουσι, καὶ ἐπῆγαν καὶ ἤνοιξαν τὰ ὀμμάτιά τους.

Φεύγετε ὅσον δύνασθε τὴν Εὐρώπην. Καὶ ἀκόμη καὶ ἐκείνους ὅπου ἔρχονται ἀπὸ τὴν Εὐρώπην. Ὅτι οἱ λόγοι τους ῥέουσιν ἀπὸ τὰ χείλη τους γλυκύτεροι ἀπὸ τὸ μέλι. Μὰ ἀλλοίμονον, αὐτοὶ ἀπαραλλάκτως εἶναι ἐκεῖνοι διὰ τοὺς ὁποίους ὁ προφήτης λέγει τάδε· «Ὅτι οὐκ ἔστιν ἐν τῷ στόματι αὐτῶν ἀλήθεια, ἡ καρδία αὐτῶν ματαία».

Ἐγὼ κατὰ ἀλήθειαν φρίττω καὶ ἀμηχανῶ, ὅταν ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στοχάζομαι τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς Εὐρώπης, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος βλέπω τούτους τοὺς ἡμετέρους, ὁποὺ ἔτσι ἀκρατῶς φέρονται εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν δῆθεν καλῶν αὐτῆς. Οἱ μὲν γὰρ ἐμπορίας χάριν, οἱ δὲ φιλοσοφίας, ἐκεῖ τρέχουσι. Φρίττω λέγω καὶ ἀπορῶ. Διατὶ ἕνα καιρὸν ἡμεῖς οἱ ἀνατολικοὶ εἴχαμεν φόβον διὰ ἐκείνους ὁποῦ ἐπήγαιναν εἰς τὴν Εὐρώπην, μὴ τύχῃ καὶ πάθουν ἕνα ἀπὸ τὰ δύο, ἢ τὴν σωφροσύνην νὰ χάσουν ἢ νὰ πέσουν εἰς λατινισμόν. Τὴν σήμερον αὐτὰ καὶ τὰ δύο λογίζονται παραμικρὰ καὶ σχεδὸν τὸ οὐδὲν ὡς πρὸς τὸ ἔσχατον καὶ ἀκρότατον τῶν κακῶν, τὴν ἀθεΐαν. Οἱ γάλλοι τὴν ἐπαρρησίασαν, ἀποβάλλοντες κοινῶς τὸν Χριστιανισμόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον καὶ πρὸ τούτου, χριστιανοὶ ὀνομαζόμενοι, δὲν εἶχαν καμμίαν ὠφέλειαν. Τὰ ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης ἀκόμα γελοῦν τὸν ἑαυτόν τους τάχα πὼς εἶναι χριστιανοί, οὐδὲ μόρφωσιν κἂν ἔχοντες, εἰ μὴ μόνους τοὺς ναοὺς καὶ πολλὰς καὶ μεγάλας καμπάνας καὶ τὰς πυκνὰς λιτανείας καὶ τὰ ποικίλα καὶ διάφορα σχήματα καὶ τὰ βδελυκτὰ καὶ θεοστυγῆ τάγματα καὶ τὰ λεγόμενα μοναστήρια. Τὰ δὲ ἄλλα πάντα γάλλοι αὐτόχρημα. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ φιλόσοφοι εἰς τοὺς ὁποίους τρέχουσιν οὗτοι διὰ νὰ λάβωσι τὸ μέγα φῶς, ὅτι εἶναι φιλόσοφοι καὶ τὸ κομπάζουσι, χριστιανοὶ δὲ καὶ νὰ τοὺς ὑπολαμβάνουν πὼς εἶναι αἰσχύνονται καὶ τὸ ἀναγουλιάζουσι.

Λοιπὸν αὐτοὶ ὁποῦ τόσον ἀκρατῶς ἐκεῖσε τρέχουσι, τάχα δὲν μανθάνουσι ἀπὸ ἄλλους πὼς ἡ Εὐρώπη εἶναι τὸ χάος τῆς ἀπωλείας; Οἱ περισσότεροι ὅμως καὶ ἀκούουσι καὶ μανθάνουσι, ἀλλὰ δὲν ψηφοῦσι τίποτας τὴν τοιαύτην βροντήν. Μὰ διατί; Διατὶ πιστεύουσι εἰς τοὺς λογισμούς των, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἔχουν νὰ πάθουν τίποτες. Ἔπειτα, ἀφοῦ ὑπάγουν καὶ πάθουν, μάλιστα καὶ καυχῶνται εἰς τὴν ἐλεεινήν τους διαστροφήν. Λέγοντες πὼς ἐπῆγαν καὶ ἀπέβαλον τὰς δεισιδαιμονίας, δεισιδαιμονίας ὀνομάζοντες οἱ κακοδαίμονες τὰς νενομισμένας νηστείας, τὰς προσευχάς, τὰς εὐλαβείας, σημεῖα καὶ χρέη ἀχώριστα τῶν εὐσεβούντων Χριστιανῶν.



[ΠΗΓΗ: Παναγιώτη Νέλλα – 
ἐπιμέλεια, Σύναξη», τεῦχος 5/χειμώνας 1983, σ. 39 κ.ἑ., 
περιοδ. «Πειραϊκὴ Ἐκκλησία», τεῦχος 208/Ὀκτώβριος 2009, σ. 8 κ.ἑ.]
Comments