- Ἡ προσευχὴ τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἐθνικῆς μας ἐπετείου τῆς 25ης Μαρτίου 1821


Ε
ἰς τὴν δόξα, εἰς τὴν δόξα, εἰς τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, τῆς ἁϊα Τριάδος, τῆς Θεοτόκος, τοῦ ἅ-Γιάννη τοῦ Βαφτιστῆ καὶ πάντα τῶν ἁγίων καὶ τοῦ ἁγίου Βασιλείου, νὰ πρεσβέψη εἰς τὴν παντοδυναμίαν του καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, νὰ μᾶς λευτερώση τώρα εἰς τὸ νέον ἔτος, νὰ μᾶς λευτερώση ἀπὸ τὴν κακία μας, ἀπὸ τὴν διοτέλειά μας καὶ ἀπὸ τὰ πάθη μας καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιβουλίαν τῶν ξένων.

Ἡ παντοδυναμία σου εἶσαι πολυέλεος, πολυεύσπλαχνος, ἡ ἀγαθότη σου εἶναι ἄβυσσος τῆς θαλάσσης. Ἔλεος ζητῶ, νὰ μοῦ καθαρίσης τὴν ἁμαρτωλή μου ψυχὴ καὶ τὰ βρωμερά μου σπλάχνα καὶ νὰ μοῦ δώσης ταπεινοσύνη, σωφροσύνη καὶ πίστη καθαρά, νὰ δυνηθῶ νὰ σὲ προσκυνήσω καὶ νὰ σὲ δοξολογήσω καὶ νὰ σὲ εὐλογήσω μὲ καθαρότης καὶ νὰ σὲ περικαλέσω, ὁ ἁμαρτωλός, διὰ τῆς πρεσβείας τῆς Θεοτόκος καὶ τῶν ἁγίων, νὰ σώση τὴν ματοκυλισμένη μου πατρίδα καὶ θρησκείαν καὶ γενικῶς τοὺς τίμιους ἀνθρώπους, ὅσοι φέρνουν δοξολογίαν εἰς τὴν παντοδυναμίαν σου καὶ εἰς τὴν βασιλείαν σου, τρισυπόστατε Θεέ, σωτήρα τοῦ παντός, νὰ μᾶς σώσης, νὰ μᾶς λευτερώσης ἀπὸ τὰ κοφτερὰ δόντια τῶν γουρνόλυκων. Τρέχομεν εἰς τὸ ἔλεός σου καὶ εἰς τὴν ἐσπλαχνίαν σου καὶ τῆς βασιλείας σου. Τὸ ἔλεός σου ζητοῦμεν οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ ἀδύνατοι, οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου καὶ σκλάβοι σου.

Συχώρησέ με, Κύριέ μου, ὁποὺ σὲ βάρυνα. Ποῦ ἀλλοῦ νὰ τρέξω; Ποῦ ἀλλοῦ νὰ τρέξωμεν οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου, ποῦ ἀλλοῦ οἱ ἀδύνατοι νὰ βροῦμεν δικιοσύνη, ποιός ποιμένας καὶ πίτροπός σου ἔχει δικιοσύνη νὰ δικιώση τὸ δίκιον τοῦ κάθε ἀνθρώπου; Θεὲ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τῆς θάλασσας. Σῶσε μας, ἡ παντοδυναμία σου, ὅτι χαθήκαμεν ἐδῶ καὶ εἰς τὴν ἄλλη ζωή. Κύριε, μὲ τί στόμα νὰ σὲ περικαλέσουμεν, μὲ τί μάτια νὰ σηκώσουμεν νὰ σὲ τηράξωμεν καὶ νὰ περικαλέσουμεν τὸ πανάγαθό σου ὄνομα καὶ τῆς βασιλείας σου; Κύριε, ἡ παντοδυναμία σου ἐπολέμησες, ἀγωνίστης, ἐσπλαχνίστης, ἡ παντοδυναμία σου καὶ ἡ βασιλεία σου, καὶ ἀνάστησες νεκρούς, πεθαμένους, λειωμένους τόσες αἰῶνες, καὶ τοὺς πεθαμένους καὶ λειωμένους καὶ ὀλίγους καὶ ἀδύνατους καὶ ἀμαθεῖς, μὲ δεμένα σκοινιὰ τὰ περισσότερα τουφέκια, καὶ μὲ χωρὶς ἀναγκαῖα του πολέμου, ξυπόλητοι καὶ γυμνοὶ καὶ νηστικοὶ τὶς περισσότερες φορές, καὶ ἀντινέργειες τῶν δυνατῶν, πενήντα χιλιάδες δὲν ἤμαστεν ποτές εἰς τὸν πόλεμον, στεριὰ καὶ τοῦ πελάου, καὶ ν᾽ἀφανιστοῦν περίπου τετρακόσιες χιλιάδες ψυχές, ντόπιοι καὶ ξένοι Τοῦρκοι, δύναμη δική μας ἦτον, ἀντρεία δική μας ἦταν, ἀρετὴ καὶ πατριωτισμὸς δικός μας ἦταν, ὅτι πατριωτισμὸν καὶ ἀρετὴ θυσιάζομεν. Καὶ τώρα χερότερον εἴχαμεν, καὶ τότε μᾶς ἔσωσες, πανάγαθε Θεέ, μᾶς ἀνάστησες καὶ μᾶς σώνεις κάθε στιγμὴν καὶ κάθε… ἀπὸ τὴν διοτέλειά μας, ἀπὸ τὴν χαμέρπειά μας, ἀπὸ τὴν ἀπιστία μας πωλοῦμεν, καὶ τὴν παντοδυναμίαν σου καὶ τὴν βασιλείαν σου κατακρένομεν, καταλαλοῦμεν. Καταπωλήσαμεν μέσα εἰς τὶς ἀγορὲς καὶ σοκάκια δισκοπότηρα, ὅτι δὲν ματαείχαμεν τὴν ἀνάγκη τους νὰ μεταλάβωμεν, πουλήσαμεν τὰ πολυτίμητα εὐαγγέλια καὶ ὅλα τὰ γερὰ τῶν ναῶν σου, καὶ ζωντανὰ καὶ τόπους, καὶ κατακερματίσαμεν καὶ τ᾽ἅγια μοναστήρια καὶ τὶς ἐκκλησίες, καὶ τὶς φκιάσαμεν σπίτια, ἀχούρια καὶ τὰ ἑξῆς. Ὅ,τι ἀνταμεβὴ ἧβρες ἀπὸ τοὺς Ὁβραίους, ὁπού ᾽ταν ἀλλόθρησκοι καὶ σὲ σταύρωσαν, ἧβρες καὶ ἀπὸ ἐκείνους ὁποὺ κοπίασες καὶ κοπιάζεις καὶ ἀνάστησες καὶ ἀναστήνεις, ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους χριστιανούς. Μὲ τί πρόσωπον, Κύριέ μου, νὰ παρουσιαστῶμεν ὀμπρός σου, καὶ μὲ τί στόμα καὶ γλῶσσα νὰ σὲ περικαλέσουμεν καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ὁποὺ κιντυνεύομεν, οἱ ἀχάριστοι, οἱ διοτελεῖς, οἱ κακοὶ τεμπέληδες τοῦ κόσμου, οἱ προδότες καὶ ἀσεβεῖς, κάθε γερὸν πράμα!

Θεοτόκε
, μητέρα τοῦ παντός, τὸ καύκημα τῆς παρθενίας, τὸ καύκημα τῆς ἀρετῆς καὶ τὰ πάντα τῆς ἀγαθότης, προστρέχομεν οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ἀδύνατοι, εἰς ἐσπλαχνίαν τῆς ἀγαθότης σου, νὰ λυπηθῆς τοὺς ἀθώους ἐκείνους ὁποὺ φέρνουν τὴν ἁμαρτωλή τους προσευχὴ᾽λικρινῶς εἰς τὸν παντουργὸν καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, ἐκείνους ὁπού ᾽τρεξαν ξυπόλητοι καὶ γυμνοί, ἐκείνους ὁπού ἄφησαν χῆρες καὶ ἀρφανά, ἐκείνους ὁπού ᾽χυσαν τὸ αἷμα τους, κατὰ τὸν ὅρκον τους, ν᾽ἀναστηθῆ διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Παντοκράτορα ἡ σκλαβωμένη τους πατρίδα καὶ νὰ λαμπρυθῆ ὁ σταυρὸς τῆς ὀρθοδοξίας, καὶ δι᾽ αὐτὸν τὸν ὅρκον αὐτεῖνοι πέθαναν δι᾽ αὐτείνη τὴν πατρίδα καὶ θρησκεία, καὶ θυσίασαν καὶ τὸ ἔχει τους, καὶ πολλῶν οἱ γυναῖκες τους, τὰ παιδιά τους, οἱ συγγενεῖς τους διακονεύουν καὶ ταλαιπωροῦνται ξυπόλητοι, γυμνοί, νηστικοὶ στὰ σοκάκια ἐκείνης τῆς ματοκυλισμένης πατρίδος ὁποὺ ζύμωσαν οἱ γονέοι τους καὶ οἱ συγγενεῖς τους μὲ τὸ αἷμα τους, καὶ τὴν γδέρουν σήμερα καὶ τὴν τρῶνε καὶ τὴν προδίνουν οἱ γουρνόλυκοι μὲ τ᾽ἀκονισμένα δόντια καὶ οἱ σύντροφοί τους αὐτεινῶν οἱ τοιοῦτοι. Θεοτόκο, μήτηρ τοῦ παντός, αὐτοὺς τοὺς ἀθώους νὰ λυπηθῆς, αὐτοὺς τοὺς γυμνοὺς καὶ ταλαίπωρους. Αὐτεῖνοι φέρνουν δοξολογίαν εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν βασιλείαν του. Νὰ πρεσβέψης εἰς τὴν παντοδυναμίαν του ν᾽ἀναστήση πίσου τοὺς γερούς του ναούς, τ᾽ἅγια τὰ μοναστήρια ὁποὺ τρώγαν ψωμὶ οἱ δυστυχισμένοι, ἀφοῦ αὐτὰ ὅπου ζοῦσαν πολὺ ἀδύνατοι ἀπὸ τὴν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς κόπους τῶν πατέρων, τῶν καλογέρων – δὲν ἦταν καπιτσίνοι δυτικοί, ἦταν ὑπηρέτες τῶν μαναστηριῶν τῆς ὀρθοδοξίας. Δὲν ἦταν τεμπέληδες, δούλευαν καὶ προσκυνοῦσαν. Καὶ εἰς τὸν ἀγώνα τῆς πατρίδος σ᾽ αὐτὰ τὰ μοναστήρια γενόταν τὰ μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τὰ ὀλίγα ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου, καὶ εἰς τὸν πόλεμον θυσίαζαν καὶ σκοτωνόταν αὐτεῖνοι οἱ ὑπηρέτες τῶν μαναστηριῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν – τριάντα εἶναι μόνον μὲ μένα σκοτωμένοι ἔξω εἰς τοὺς πολέμους καὶ εἰς τὸ Νιόκαστρο, καὶ εἰς τὴν Ἀθήνα. Ἔλειωσαν αὐτεῖνοι οἱ πατέρες, τώρα εἰς τὰ γερατειά τους βασανίζονται πολὺ εἰς τοὺς δρόμους. Θεοτόκο μου, νὰ περικαλέσης τὸν ἀφέντη μας καὶ τὸν μονογενῆ σου ν᾽ἀναστήση πίσου αὐτά, καὶ τὶς ἅγιες ἐκκλησίες του, ὁπού κατακερματίσαμεν ἐμεῖς οἱ ἀχάριστοι καὶ μᾶς ἧβρε ἡ δίκια του ὀργὴ καὶ τῆς βασιλείας του, νὰ τὸν περικαλέσης, Θεοτόκο μου, νὰ τὰ ἀναστήση πίσου, καὶ νὰ σηκώση τὴ δίκια του ὀργὴ ὁπού ᾽χει σὲ μᾶς τοὺς ἀχάριστους καὶ νὰ φέρη πίσου τὴν εὐκή του καὶ τὴν εὐλογία του καὶ τῆς βασιλείας του, ὁποὺ τὴν στερηθήκαμεν ἀπὸ τὴν κακία μας καὶ διοτέλειά μας καὶ ἐγίναμεν ἡ παλιόψαθα τῆς κοινωνίας, καὶ ἐγίναμεν καθὼς φαινόμαστε ὡς τὴν σήμερον.

Τὸ ἔλεός του εἶναι ἄβυσσος τῆς θαλάσσης, καὶ τοὺς ἀνόητους ἐμᾶς καὶ τοὺς διοτελεῖς νὰ μᾶς ἑνώση καὶ νὰ μᾶς φωτίση καὶ νὰ μᾶς δώση εἰς τὸ ἑξῆς πατριωτικὰ αἰστήματα διὰ τὴν πατρίδα μας καὶ θρησκεία μας, καὶ πίστη καθαρὰ νά ᾽χωμεν εἰς τὸν παντουργό μας καὶ εἰς τὴν βασιλείαν του, νὰ μᾶς σώση ἐδῶ καὶ εἰς τὴν παντοτινὴ ζωή, νὰ δώση τοῦ γερατείου του ρήνη καὶ ὁμόνοιαν, τὴν εὐκή του καὶ τὴν εὐλογία του, καὶ εἰς τοὺς προκρίτους, τοὺς ποιμένες, καὶ γενικῶς τὸν λαόν του, νὰ᾽ρθῆ πίσου ἡ νεκρανάστασή του διὰ τῆς εὐλογίας του. Προστρέχομεν οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ἀνάξιοι δοῦλοι σου καὶ οἱ σκλάβοι σου εἰς τὸ ἔλεός σου καὶ εἰς τὴν ἐσπλαχνίαν σου καὶ τῆς βασιλείας σου. Ἔλεος ζητοῦμεν, νὰ μᾶς δώσης καθαρὰ σπλάχνα καὶ καθαρὰ ψυχή, νὰ δυνηθῶμεν νὰ σὲ προσκυνήσουμεν καὶ νὰ σὲ δοξολογήσουμεν μ᾽ἐξ ὅλης καρδίας, εὐεργέτη καὶ προστάτη ἀληθινέ.

Comments