Πατέρα σὰν τὸν ἄσωτο στὰ πόδια Σου προσπίπτω• τὴν σωτηρία μου, Ἀγαθέ, στὸ ἔλεός σου ρίπτω. Δὲν εἶμαι ἄξιος ἐγὼ Πατέρα νὰ σὲ λέγω, μὰ ἐπειδή ᾽σαι εὔσπλαχνος σ᾽ ἐσένα καταφεύγω. Καὶ ποῦ ἀλλοῦ, Πατέρα μου, ὁ ἄθλιος νὰ γυρίσω; ποῦ νά ᾽βρω ἄλλη ἀγκαλιά, δάκρυα πικρὰ νὰ χύσω; Ὅπου κι ἂν πῆγα ὁ φτωχός, ἀνάπαυσι καμμία• κι αὐτὸ ποὺ θεωροῦν χαρά, βρώμα καὶ δυσωδία… Μόνον ἐσύ, Πατέρα μου, ἔχεις θερμὴν ἀγκάλη• γι᾽ αὐτὸ καὶ ξαναγύρισα σ᾽ Ἐσέ, Σωτῆρα, πάλι. «Ἥμαρτον ἥμαρτον, Θεέ», ὁ ἄσωτος φωνάζω• ἐλπίζοντας, Φιλάνθρωπε, στὸ ἔλεος πλησιάζω… Δέξου με σὰν τὸν ἄσωτο, ντῦσε με τὴν στολή Σου, δός μου τὸ δακτυλίδι Σου καὶ κάνε με παιδί Σου. Ἀξίωσε, Πανάγαθε, καὶ τ᾽ ἄλλα τὰ παιδιά σου νὰ ξαναβροῦν τὸ δρόμο Σου, νὰ ᾽ρθοῦν πάλι κοντά Σου. Νὰ ἀπολαύσουν καὶ αὐτὰ τῆς θείας εὐσπλαχνίας καὶ κληρονόμοι νὰ γενοῦν Οὐράνιας Βασιλείας. ἀρχιμ. ΜΑΞΙΜΟΣ Δ. ΚΑΡΑΒΑΣ καθηγούμενος τῆς ἱ. μονῆς Ἁγίας Παρασκευῆς Μηλοχωρίου Ἑορδαίας (Πτολεμαΐδος) 1-9-2026 [ἀπὸ τὴν συλλογή του ΥΜΝΟΙ & ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Ἀθήνα 2013, σ. 45] |